Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Η διαστροφή της ομοφυλοφιλίας και η θεραπεία της κατά την Ορθόδοξη παράδοση


Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, πού ἔγινε στά πλαίσια τῶν κατηχητικῶν ἀναλύσεων τῶν Ὅρων κατ᾽ ἐπιτομήν 225, 226 καί 229 τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, στόν Ἱερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου, Δικηγορικῶν Γλυφάδας, τό Σάββατο 14-01-2006.
Συνεχίζοντας τίς ὁμιλίες μας αὐτές, μετά ἀπό τή σύντομη ἑορταστική διακοπή, νά εὐχηθῶ σέ ὅλους σας καλή κι εὐλογημένη χρονιά νά ἔχετε. Δέν λέμε χρόνια πολλά, πού εἶναι κάτι πολύ σχετικό γιά τά μέτρα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐφόσον τά χρόνια τά πολλά ἔρχονται σέ μιά, θά ᾽λεγαἔτσι, διανοητική ἀντιπαλότητα μέ τό στοιχεῖο τῆς αἰωνιότητας, ἀλλά νά ᾽ναι χρόνια εὐλογημένα, πού θά σᾶς ὁδηγήσουν αὐτά τά χρόνια στό χῶρο τῆς αἰωνιότητας. Χρησιμοποιοῦμε τό χρόνο γιά νά φτάσουμε στήν αἰωνιότητα, ὄχι ὁ πολλαπλασιασμός τοῦ χρόνου, πού θά μᾶς κάνει κάτι καλύτερο. Ὅπως λέει καί ἡ Γραφή, «γῆρας τό τίμιον οὐ τό πολυχρόνιον», ἕνας πού καταξιώθηκε ἤ χαριτώθηκε νά ᾽χει χρόνια, πού εἶναι γεροντικῆς ἡλικίας, δέν σημαίνει πού καταξιώθηκε λόγω ἀκριβῶς τῆς χρονικῆς του παρουσίας πάνω στή γῆ, ἀλλά γιά ἐκεῖνο, τό ὁποῖο εἶναι εὐλογημένο κι ἁγιασμένο. Οὐ, λοιπόν, τό πολυχρόνιο, ἀλλά τό εὐλογημένο μετράει γιά μᾶς.

Μέσα ἀπ᾽ αὐτές τίς χρονολογικές εὐχές μας, πού εὐχόμαστε ἀπό τή σχετικότητα τοῦ χρόνου νά πᾶνε στήν ἀπολυτότητα τῆς αἰωνιότητας, νά συνεχίσουμε τίς ἀναλύσεις μας, πού ἔχουν σάν ἐργαλεῖο καί σάν ὄργανο, βέβαια, κείμενα πατερικά, πού εἶναι πάρα πολλά τά κείμενα καί σίγουρα θέλουν πολλές ἀναλύσεις καί πολύπτυχα νά τίς δοῦμε, τῶν Ὅρων κατ᾽ ἐπιτομήν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἀλλά πού πάντοτε συνδυάζουμε αὐτές τίς ἀναλύσεις μέ κάποιο ἐπίκαιρο γεγονός καί μᾶς βοηθοῦν πάντοτε οἱ Ὅροι κατ᾽ ἐπιτομήν γιά νά προσδιορίσουμε καλύτερα τήν ἐπικαιρότητα, πού πάντοτε μᾶς δίνει ἐρεθίσματα καί πάντοτε μᾶς δίνει ἀφορμές, μιά πού εἶναι κάτι ζωντανό ἡ ἐπικαιρότητα καί εἶναι πρός ἀξιοποίηση· καί αὐτό πού λέω πάντοτε, ὅτι ἐμεῖς οἱ χριστιανοί δέν φοβόμαστε τήν ἐπικαιρότητα, ἐπειδή ζοῦμε στόν κόσμο.

Τό ἐπίκαιρο εἶναι τό ἐπί καιροῦ, εἶναι κάτι πολύ προσωρινό, ἀλλά ἐμεῖς δέν φοβόμαστε τό ἐπίκαιρο, ἀφοῦ καί τώρα, αὐτή τή στιγμή, ζοῦμε ἐπίκαιρα, ζοῦμε αὐτό τό λεπτό, αὐτή τήν ὥρα τῆς ζωῆς μας καί ἡ ἐπικαιρότητα μπορεῖ νά εἶναι τόσο πληθωρική αὐτή τήν ἐποχή, μάλιστα μέ τά μέσα τῆς ἐνημερώσεως, πού πολυποίκιλα γεμίζουν τίς ἀκοές μας καί τό νοῦ καί τήν καρδιά μας μέ τίς τρέχουσες εἰδήσεις, πού μπορεῖ νά γίνουν πληθωρικές καί κουραστικές καί πληθωριστικές καί νά χάσουν τήν ἀξία τους· ἀλλά τολμῶ νά πῶ ὅτι ἐμεῖς οἱ χριστιανοί, ἐπειδή δέν ζοῦμε μανιχαϊκά, ἀλλά ζοῦμε ὀρθόδοξα, ἀξιοποιοῦμε τήν ἐπικαιρότητα μ᾽ ἕναν τρόπο εὐλογημένο, δηλαδή δέν ἀκοῦμε ἁπλῶς γιά νά γεμίσουμε τά αὐτιά μας μ᾽ ἐμπειρίες ἀκοῶν. Ἀκοῦμε γιά ν᾽ ἀκούσουμε τί συμβαίνει στόν κόσμο καί τουλάχιστον νά πάρουμε ἐρεθίσματα ἀπ᾽ αὐτό καί αὐτή εἶναι, θά ᾽λεγα, ἡ ἀποκλειστική δυνατότητα πού μπορεῖ νά ἀκοῦμε τήν ἐπικαιρότητα, εἶναι νά πάρουμε τίς ἀκοές τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου καί ὅλα αὐτά νά μετασχηματιστοῦν ἤ σέ μιά πράξη ζωῆς, ἄν εἶναι δυνατό, κάπου νά σταθεῖς πλάι σέ κάποιον ἄνθρωπο ἤ ἀκόμη περισσότερο, ἐφόσον δέν μπορεῖ νά γίνει πράξη ζωῆς ἡ κάθε εἴδηση πού ᾽ρχεται, νά γίνει ἕνα ἀντικείμενο προσευχῆς κι ἔτσι ὁ πόνος, ἡ κραυγή τῆς ἀγωνίας, τῆς πείνας, τῆς δίψας, τῆς καταπιέσεως, τῆς ἀδικίας, πού διατρέχει συνήθως τά δελτία ἐνημερώσεως, πού δέν μπορεῖ νά εἶναι ὡραιοποιημένα, πάνω στήν τραγωδία στέκονται -τά ὡραῖα τά πράγματα εἶναι κρυμμένα πάντοτε, ὅπως οἱ ἅγιοι εἶναι κρυμμένοι πάντοτε- μᾶς δίνουν ἀφορμή γιά πολύ βαθύτερη προσευχή.

Κι ἔτσι δέν μέ πειράζει ἡ ἐπικαιρότητα κι ἀσχολοῦμαι μέ τήν ἐπικαιρότητα καί τήν ἀξιοποιῶ, κατ᾽ ἐξοχήν, ὅσο ἐπιτρέπει ὁ λειτουργικός μου ὁ χρόνος, γιά νά βάλω μιά μερίδα μέσα στό δισκάριο τῆς προσκομιδῆς, γιά ὅλους τούς πονεμένους τῆς γῆς καί κατ᾽ ἐξοχήν μετά γιά νά μπορῶ νά πῶ ἕνα λόγο, ν᾽ ἀρθρώσω ἕνα λόγο γιά τά πράγματα τοῦ κόσμου ἐξ ἀπόψεως Ὀρθοδοξίας, γιατί ἄν δέν ὑπάρχει ὀρθόδοξος λόγος, ὄχι ὡς ἀντιπαλότητα, ἀλλ᾽ ὡς κατάθεση ἀληθείας, ὅλα τά ἄλλα τά γεγονότα θά διατρέχουν τή ζωή μας καί τίς ἀκοές μας καί μερικά θά τά ἀπορρίπτουμε ἀκριβῶς γιατί πιστεύουμε ὅτι εἶναι ἀντίθετα μέ τήν πίστη μας ἤ μερικά ἄλλα σιγά-σιγά θά τά δεχόμαστε κι ἔρχεται μιά πολύ βαθιά ἀλλοίωση τῆς ζωῆς μας· κι αὐτό γίνεται εἰδικά καί ἀπό τίς νεαρές ἡλικίες, γίνεται μιά συστηματική ἀντικατήχηση, ὅπου τά παιδιά μας σέ λίγα χρόνια θά ζοῦν ἄλλα γεγονότα, γιατί γίνεται μιά συστηματική ἀντικατήχηση.

Ἐμεῖς, λοιπόν, δέν κάνουμε λόγο ἀπολογητικό, οὔτε ἐπιθετικό λόγο· καταθέτουμε τή μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας μας. Παράδειγμα, ὅλη αὐτή ἡ ἱστορία, ἡ πολύ γνωστή ἱστορία πού εἶναι τραγική γιά τή χριστιανική ἐμπειρία, γιά τήν ὀρθόδοξη ἐμπειρία, τοῦ «γάμου» τῶν ὁμοφυλοφίλων, πού εἶναι ἀπαράδεκτο γιά ὅλους μας, μπορεῖ σιγά-σιγά νά γίνει μιά κοινή συνείδηση. Βλέπετε, πρίν ἀπό μερικές δεκαετίες, οὔτε κουβέντα δέν γινόταν γιά μιά ἐπίσημη παρουσίαση τέτοιων τραγελαφικῶν καταστάσεων καί διαστροφῶν. Σήμερα αὐτό σιγά-σιγά γίνεται ἀποδεκτό καί πρόσωπα ἐπίσημα, ἀρχίζουν νά τό ἀποδέχονται καί ἄς μήν τό ζοῦν οἱ ἴδιοι αὐτό τό γεγονός, τό θεωροῦν μιά ἔκφραση δημοκρατικῆς ἐλευθερίας. Βέβαια, ὁ καθένας κυβερνάει τή ζωή του ὅπως θέλει “κατ᾽ ἐλευθερίαν” καί τό λέει καί ἡ Ἁγία Γραφή, βέβαια μιλάει γιά τό «ἐπ᾽ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε, ἀδελφοί» ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἀλλά αὐτή ἡ ἐλευθερία εἶναι μιά ἐλευθερία ἡ ὁποία μᾶς ὁδηγεῖ στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὄχι μιά ἐλευθερία πού κάνει τό δικό μας θέλημα.

Ἀπό ᾽κεῖ θ᾽ ἀρχίσει ἡ θεολογική μου ἡ διαφοροποίηση. Δέν διαφωνῶ ποτέ μέ τίς ἐλεύθερες σκέψεις καί τίς φωνές καί δέν μπορῶ ποτέ νά κάνω καθυπόταξη συνειδήσεων, οὔτε νά κάνω λογοκρισία τῶν συνειδήσεων, ἀλλά, πέρα ἀπ᾽ αὐτό, κανείς δέν μπορεῖ νά κλείσει τό στόμα μου νά λέω ἀλήθειες, γιά γεγονότα, τά ὁποῖα διαστρέφουν τόν κόσμο. Αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας μας καί μπορῶ νά κάνω κριτική σέ ὅλο αὐτό τό σύστημα τό διαστροφικό, πού θέλει νά περάσει αὐτή τή διαστροφή πάνω στή ζωή μας καί εἶναι μιά ἀναίρεση οὐσιαστικά, ὄχι μόνο τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου, μιά ἀναίρεση τῆς ἴδιας τῆς ψυχολογίας τοῦ ἀνθρώπου. Τό ἀποτέλεσμα ὅλης αὐτῆς τῆς ἱστορίας θά εἶναι καί εἶναι ἤδη -ὅσο διατρέχει τήν ἱστορία μας- πολύ βεβαρημένη ψυχασθένεια μές τή ζωή τοῦ κόσμου, χωρίς νά καταλαβαίνουν γιατί αὐτό συμβαίνει· γιατί ἀκριβῶς διαστρέφονται βασικά ψυχικά δομικά τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.

Αὐτό μπορῶ νά ἀξιολογήσω σήμερα σάν τραγικότητα, πού μιλᾶνε γιά «γάμο» ὁμοφυλοφίλων, ὅ,τι πιό ἀντιφατικό σάν λέξη, «γάμος» ὁμοφυλοφίλων δέν γίνεται, δέν ὑπάρχει τέτοιο γεγονός. Ὅπου ὁ Θεός ἑνώνει, ἀλλά γιατί ἑνώνει, μέ ποιό σκοπό ἑνώνει, ποιά εἶναι ἡ προοπτική τοῦ «ἑνώνει» καί φυσικά αὐτό τό «ἑνώνω» χρησιμοποιεῖ σάν βασικό του ὄργανο τήν ἀγάπη. Ὁ Θεός εἶναι Τριαδικός Θεός, ἐπειδή εἶναι ἀγάπη ὁ Θεός καί εἶναι ἑνότητα ὁ Θεός, δέν μπορῶ ἀλλιῶς νά τό ἐκφράσω τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ. Ἄν μιλᾶμε, λοιπόν, γιά ἕνωση, ἡ μόνη ἔκφραση πού μπορεῖ νά κάνει τήν ἕνωση ἕνωση, εἶναι μόνο ἡ ἀγάπη· ἀλλά ποιός ὅρισε τήν ἀγάπη; Καί ἐπειδή ὁ μόνος ὁρισμός τῆς ἀγάπης μπορεῖ νά δοθεῖ ἀπ᾽ αὐτό πού λέει τό κείμενο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν», ὅταν μιλῶ τουλάχιστον ἐγώ γιά ἀγάπη, δέν μπορῶ παρά νά στραφῶ νά ψάξω τόν ὁρισμό τῆς ἀγάπης στό Θεό, δέν ἔχω ἄλλα κριτήρια, δηλαδή. Μπορεῖτε κι ἐσεῖς νά δώσετε ὁρισμούς τῆς ἀγάπης, ἀλλά εἶναι κι αὐτοί ἐλέγξιμοι, πρέπει νά ἐλέγξουμε γιατί τό λέτε ἀγάπη αὐτό. Ἀγάπη λέτε τό βίτσιο σας, τήν ἐπιθυμία σας, τόν ἐγωισμό σας, τήν προβολή σας, αὐτό μπορεῖ νά τό λέτε ἀγάπη, ἀλλά δέν εἶναι ἀγάπη.

Ἐδῶ λέμε «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν» καί ὁ Θεός εἶναι ταπεινός, ὁ Θεός κρύβεται, ὁ Θεός δέν μᾶς καθηλώνει, ὁ Θεός μᾶς φτιάχνει, ὁ Θεός θέλει νά μᾶς σώσει· ἀλλοῦ μπαίνει ἡ ἔννοια τῆς ἀγάπης. Ἔτσι λοιπόν, ἀμέσως οἱ ἔννοιες ἀλλάζουν τελείως καί πρέπει ν᾽ ἀναμετρηθοῦμε μ᾽ αὐτές τίς ἔννοιες. Ἄν λοιπόν ὑπάρχει γάμος χωρίς ἀγάπη, δέν εἶναι γάμος καί ἐφόσον ὁ «γάμος» αὐτός δέν μπορεῖ νά ἔχει ἀγάπη μέ τίποτε, παρά μόνο καταξίωση ἐγωιστικοῦ βίτσιου, τότε ἀκριβῶς δέν μιλᾶμε γιά «γάμο», δηλαδή εἶναι ἀντιφατικές οἱ ἔννοιες, πρέπει νά ψάχνουμε τούς ὁρισμούς. Ἀκόμη κι ἄν δέν ξέρουν τά τῆς Ἐκκλησίας μας, νά κάνουν ἐτυμολογικές ἀναλύσεις.

Τί σημαίνει ἡ λέξη: «γάμος»; Θά πεῖ κάποιος τό «ἔγημα-γαμέω-γαμῶ» ἀπό τή λέξη αὐτή. Τί σημαίνει αὐτό ὀρθόδοξα; Εἶναι ἁπλῶς μιά σεξουαλική πράξη ἤ εἶναι κάτι πολύ βαθύτερο; Τί εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ γάμου στήν ὀρθόδοξη Θεολογία; Εἶναι ἁπλῶς ἡ ὁριζόντια ἔκφραση τῆς πράξεως τῆς σεξουαλικῆς; Καθόλου. Εἶναι μιά πολύ βαθιά ἀγαπητική ἕνωση, ἡ ὁποία κατευθύνεται πρός τό Θεό, καταλήγει στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ· γι᾽ αὐτό βλέπετε κι ἡ σχέση μας μέ τό Θεό εἶναι ἐρωτική κι ὁ ἄνθρωπος ζεῖ ἐρωτικά κατευθυνόμενος στό Θεό κι ἔχοντας αὐτή τήν ἀγαπητική σχέση μέ τό Θεό, μπορεῖ νά ἀγαπήσει μετά. Καί εἶμαι βέβαιος γι᾽ αὐτό, δέν τό λέω φιλοσοφικά, οὔτε θεολογικά, οὔτε τό λέω γιατί θέλω νά κάνω ἀντιπαλότητα, προσωπικά σάν πνευματικός δέν γνώρισα ποτέ κάποιον ἄνθρωπο πού μπορεῖ ν᾽ ἀγαπάει, ἄν δέν ἀγαποῦσε τό Θεό. Ὅλα τ᾽ ἄλλα ἦταν μιά προβολή βίτσιων ἤ ἐπιθυμιῶν ἤ ψευτοαγαπητικῶν διαθέσεων. Ἄν, λοιπόν, μιλοῦν γιά ἀγάπη νά ᾽ρθουν ν᾽ ἀναμετρηθοῦν μέ τήν πράξη τῆς ζωῆς κι ὄχι μ᾽ ἕνα θεολόγο, οὔτε μέ τήν ὀρθόδοξη Θεολογία.

Μέσα ἀπ᾽ αὐτές τίς προοπτικές, λοιπόν, προσπαθώντας νά ὁρίσω καί δέν χρειάζεται τό αὐτονόητο, νά ὁρίσω θεολογικά τήν ἀντίθεση μέ τό θέμα τοῦ «γάμου» τῶν ὁμοφυλοφίλων, εἶναι ἀντιφατικό, δέν μπορεῖ νά γίνει, δέν εἶναι γάμος. Ἁπλῶς εἶναι μιά συμβατική νομική ἕνωση, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη διά τῆς ἐπιβολῆς πολλῶν δυνατῶν τῆς γῆς, οἱ ὁποῖοι ἦταν ὁμοφυλόφιλοι, εἶναι πολύ δεδομένο αὐτό. Ἐπειδή, λοιπόν, ἤθελαν νά καταξιώσουν τόν ἑαυτό τους, τό πέρασαν νομικά δηλαδή, αὐτό εἶναι σίγουρο, ξέροντας τίς ἰσορροπίες τίς μαθηματικές ἀκόμη καί στά κοινοβούλια ἤ τά εὐρωκοινοβούλια, τά ὁποῖα καταξιώνουν τέτοιες καταστάσεις, δέν χρειάζεται νά ζητήσουμε ἀλλοῦ τήν ἱστορία· καί μερικοί ἄλλοι ἀνόητοι ἐν ὀνόματι τῆς δημοκρατικότητας τό ψήφισαν κι αὐτοί μαζί τους. Δηλαδή δέν μέ ἐνδιαφέρει αὐτή τή στιγμή ὁ νόμος. Ὁ νόμος ἁπλῶς εἶναι πρός χρήση, ἄν πρόκειται νά κρατήσει τή νόμιμη τάξη καί νά μή διαστρέψει τόν κόσμο. Ἄν πρόκειται νά διαστρέψει εἶναι νόμος παράνομος, δέν μοῦ λέει τίποτα αὐτό τό πράγμα. Κι ἐπειδή εἶμαι σίγουρος ὅτι μετά ἀπό μερικά χρόνια ἤ δεκαετίες, δέν ξέρω, τό φαινόμενο θά ἐμφανιστεῖ κι ἐδῶ -δέν μπορεῖ, εἴμαστε κι ἐμεῖς μιμητικά ὄντα καί μεταδίδουμε τίς νόσους αὐτές, ὅπως τά ἀποδημητικά πτηνά μεταδίδουν τή γρίπη τῶν πτηνῶν, μεταδίδουμε κι ἐμεῖς αὐτή τή γρίπη τῆς ἀνωμαλίας συνέχεια- θά ᾽ρθει κι αὐτό ἐδῶ πέρα καί πρέπει νά ἔχουμε λόγο θεολογικό καί βασικά θεραπευτικό λόγο, γιά τή διαστροφή πού γίνεται μέσα ἀπ᾽ αὐτό τό γεγονός.

Νά προσπαθήσω, λοιπόν, χρησιμοποιώντας Ὅρους κατ᾽ ἐπιτομήν, ὅσο μπορῶ νά μπῶ σ᾽ αὐτό τό στοιχεῖο τῆς ἑνότητας καί νά μιλήσουμε γιά ἄλλους Ὅρους, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν ἄμεση σχέση μ᾽ αὐτό τό γεγονός, ἀλλά ἐγώ βρίσκω σ᾽ αὐτή τή θεραπευτική τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, μέσα ἀπό τούς Ὅρους κατ᾽ ἐπιτομήν, αὐτά τά κείμενα πού προσαρμόζονται καί σέ τέτοια φαινόμενα καί τέτοια κείμενα θά χρησιμοποιήσω πιθανῶς γιά νά δώσω πιό βαθιές καί ὀργανωμένες θεολογικές ἀπαντήσεις, σέ τέτοιες διαστροφικές καταστάσεις.

Πρίν ἀρχίσω τήν ἀνάλυση τῶν κειμένων τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, νά πῶ καί πάλι, ὀνομάζω αὐτή τήν πράξη διαστροφή, μιά διαστροφή, γι᾽ αὐτό δέν θά πάψει ποτέ νά εἶναι διαστροφή. Ἀλλά ἕναν πού θά τόν δῶ μπροστά μου, πού ζεῖ αὐτή τή διαστροφή δέν θά τόν πῶ διεστραμμένο, γιατί δέν εἶναι γιά πάντα διεστραμμένος, μπορεῖ νά μετανιώσει. Ὁ διάβολος εἶναι διεστραμμένος, γιατί θά παραμείνει πάντα διάβολος. Ἄρα κάνω μία διαφοροποίηση: ζεῖ μία διαστροφή, ἀλλά εὔχομαι νά μή ζεῖ αὐτή τή διαστροφή συνεχῶς, νά μή διαβολοποιηθεῖ, ὅπου ἡ διαστροφή θά γίνει μόνιμη. Ἀλλά ἐπειδή δέν ξέρω πόσο μόνιμα θά μείνει αὐτή ἡ διαστροφή πάνω του, ἐγώ δέν τόν λέω διεστραμμένο, ὄχι ἁπλῶς νά μήν τόν κατακρίνω, γιατί ἔτσι εἶναι τό πράγμα. Διεστραμμένος ὁριστικά εἶναι ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀμετανοησία καί δέν ξέρω τό πρόσωπο πού ἔχω μπροστά μου κατά πόσο θά διατηρήσει αὐτή τήν ἀμετανοησία του ἤ ὄχι σ᾽ αὐτό τό γεγονός, ἀλλά ὁπωσδήποτε ὅμως πρέπει νά πῶ -χωρίς νά φοβᾶμαι τίς λέξεις μου- ὅτι αὐτό εἶναι διαστροφή.

Σηκώνονται σήμερα οἱ ἐκπρόσωποι αὐτῆς τῆς ὄχι συμπαθοῦς τάξεως, ὅπως λένε μερικοί -καθόλου συμπαθής τάξη, δέν εἶναι κἄν τάξη, εἶναι μιά ὁμάδα ἐκφράσεως μιᾶς διαστροφῆς- καί λένε ἐντάξει τί νά κάνουμε, ἀφοῦ ἔτσι εἶναι τά πράγματα, πρέπει νά τό δεχτοῦμε, νά τό δοῦμε μέ συμπάθεια· καθόλου συμπάθεια. Οὔτε ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νά δεῖ μέ συμπάθεια. Τί θά πεῖ μέ συμπάθεια νά δεῖ ἡ Ἐκκλησία, τί νά δεῖ δηλαδή; Ἡ Ἐκκλησία βλέπει τά παιδιά της πού καταστρέφονται. Ποιά συμπάθεια νά δείξει ἡ Ἐκκλησία; Μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία νά συγκαταβεῖ σέ τέτοια τραγικά γεγονότα, νά ἀποδεχτεῖ, δηλαδή, τήν ἀρρώστια ὡς ἀρρώστια; Ἡ Ἐκκλησία θέλει νά θεραπεύσει καί νά φωνάξει, ὑπάρχει ἀρρώστια, πρέπει νά τό γιατρέψουμε. Ἄρα καμία συμπαθητική διάθεση καί καμία συγκατάβαση σ᾽ αὐτή τήν ἁμαρτία.

Συγκατάβαση στόν ἄνθρωπο γιά νά ὁδηγηθεῖ στή μετάνοια ναί, νά μιλήσω μαζί του ναί, δέν θά τόν διώξω, ἀλλά δέν μπορεῖ νά πεῖ, οὔτε τολμάει νά πεῖ αὐτό πού λένε σήμερα καί διαφημίζουν: εἴμαστε κι ἐμεῖς πολύ καλοί Χριστιανοί, στό Χριστό πιστεύουμε. Ἐντάξει, ἄν πιστεύεις στό Χριστό, ὁ Χριστός δέν εἶναι κάτι ἀφηρημένο, ὁ Χριστός ἐκφράζεται μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία Του καί μέσα ἀπό τή Γραφική Της καί Πατερική Της Παράδοση. Ἄν, λοιπόν, τό Χριστό πιστεύεις καί λές ὅτι εἶσαι καλός Χριστιανός, δέν μπορεῖς νά διαστρέφεις τήν Πατερική Παράδοση γιά τά βίτσια σου!

Δηλαδή πόσες κουβέντες θά μπορούσαμε νά κάνουμε· γιατί ἔφτασαν σ᾽ αὐτό τό προχωρημένο στάδιο, νά κάνουμε ὀρθόδοξη Θεολογία πάνω σ᾽ αὐτά τά θέματα. Κι ἐδῶ εἶναι ἡ ἀκραία διαστροφή πιά, νά ποῦν ἡ Ἐκκλησία πρέπει νά δεχτεῖ κι αὐτούς τούς συμπαθεῖς ἀνθρώπους. Ὄχι δέν εἶναι καθόλου συμπαθής ἡ διαστροφή αὐτή καί τούς ἀνθρώπους τούς δέχομαι ὄχι ὅμως τή διαστροφή τους καί τούς δέχομαι πρός μετάνοια. Τό νοσοκομεῖο δέχεται ἀνθρώπους πρός θεραπεία, ὄχι γιά νά μείνουν μέσα ἐκεῖ πέρα νά διατηροῦν τήν ἀσθένειά τους καί νά βρίζουν τή θεραπευτική μέθοδο πού χρησιμοποιεῖ τό νοσοκομεῖο. Ἔτσι θέλουν, ἀλλά δέν μποροῦν νά παίξουν μέ τά γεγονότα αὐτά. Νά εἴμαστε σαφεῖς δηλαδή καί δέν μπορῶ νά πέφτω σέ συμπαθητικές, δημοκρατικές ἐκφράσεις. Εἶναι πολύ ἀνόητο νά κάνουμε αὐτή τήν κατάσταση, γιά νά φανοῦμε καλοί μέ τόν κόσμο. Δέν φαινόμαστε καλοί μέ τόν κόσμο.

Νά δοῦμε, ὅμως, λιγάκι τό Μέγα Βασίλειο, σέ ἄλλα ἐκφραστικά μεγέθη -θά φαίνεται στήν ἀρχή, ὅπως μιλῶ- ἀλλά νά δεῖτε στό σύνολό του, στήν ὁλική του ἔκφραση πῶς δίνει ἀπαντήσεις, ξεκινώντας ἐδῶ ἀπό τό συλλογικό μέγεθος, ἀπό τά μεγέθη τῆς ἑνότητας, πῶς λειτουργεῖται ἡ ἑνότητα μέσα στό χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας.

Στόν Ὅρο, λοιπόν, 225 -νά διαβάζω καί τό πρωτότυπο τοῦ πρωτοτύπου ἐρωτήματος, εἶναι πολύ μικρό συνήθως- καί παρατηρῶ πάντοτε, διαβάζοντας τή συγκριτική τοῦ κειμένου καί τῆς μεταφράσεως πόσο σπουδαῖο εἶναι νά κατανοεῖς, ὅσο εἶναι δυνατό, κατά τά μέτρα τῆς γνώσεως τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, νά κατανοεῖς καί τό πρωτότυπο κείμενο κι ἔχει πάντοτε ἄλλο κάλλος καί κρύβει ἄλλες ἑρμηνευτικές δυνατότητες. Νά δῶ τό πρωτότυπο λοιπόν, θά τό μεταφράσω, μή φοβάστε· καί δέν ἔπρεπε νά φοβάστε καθόλου τά ἀρχαῖα Ἑλληνικά ἤ ἀκόμη περισσότερο τή γλώσσα τῶν Πατέρων καί δή τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, πού δέν εἶναι καθόλου μιά ἀρχαΐζουσα ἀρχαιοελληνική γλώσσα, ἀλλά εἶναι μιά βατή γλώσσα πού ἔχει πολύ μεγάλο κάλλος καί πολύ σπουδαία ποιητικότητα.

Λέει τό ἑξῆς στό ἐρώτημά του ὁ Μέγας Βασίλειος: «Τοῦ Κυρίου εἰπόντος, ὅπου ἐάν ὦσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν· πῶς τούτου καταξιωθῆναι δυνηθῶμεν;». Ὁ Χριστός, λέει, μᾶς εἶπε, ὅπου εἶναι δύο ἤ τρεῖς μαζεμένοι στό ὄνομά μου, ἐκεῖ εἶμαι ἀνάμεσά τους. Πῶς θά ἀξιωθοῦμε αὐτοῦ τοῦ γεγονότος; Βλέπετε παίρνει ἕνα ἐρώτημα ἑνότητας, ὅπου εἶναι δύο ἤ τρεῖς μαζεμένοι, τό ξέρετε αὐτό, καί εἶμαι ἀνάμεσά τους καί πάνω σ᾽ αὐτό τό δομικό στοιχεῖο τῶν δύο ἤ τριῶν -βλέπετε δύο ἤ τρεῖς, ὄχι ἕνας, ποτέ ἡ μοναδικότητα, ἡ ἀποκλειστικότητα, ὁ ἐγωισμός, ὁ ἀποκλεισμός- οἱ δύο ἤ τρεῖς ὅπου ὁ Χριστός εἶναι ἐν μέσῳ αὐτῶν.

Πῶς θά ἀξιωθοῦμε αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, πῶς θά τό ζήσουμε; Ἐνῶ ὁ Χριστός εἶναι δεδομένο ὅτι εἶναι ἀνάμεσα στούς δύο ἤ τρεῖς πού εἶναι συνηγμένοι ἐν τῷ ὀνόματί Του, προσέξτε ἐν τῷ ὀνόματί Του, ὄχι δύο ἤ τρεῖς πού εἶναι μαζεμένοι γιά ὁποιονδήποτε ἄλλο λόγο. Ὁ Χριστός πάντοτε εἶναι πανταχοῦ παρών γιατί εἶναι Ἀγάπη, ἀλλά λειτουργεῖ τήν ἑνότητα, ἐφόσον αὐτοί τό θέλουν καί τή θέλουν τήν ἑνότητα ἐν τῷ ὀνόματί Του. Πού σημαίνει γιά νά ὑπάρχει ἑνότητα, πρέπει νά ὑπάρχει Χριστός, ἄν τό θέλουν οἱ ἄλλοι. Ἄν δύο ἤ τρεῖς μαζευτοῦν νά κάνουν μιά συμμορία ἀνομίας -ὁ Χριστός τούς ἀγαπάει κι αὐτούς γιά νά μετανιώσουν καί θά κάνει γι᾽ αὐτούς θεραπευτική- ἀλλά δέν σημαίνει ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἐν μέσῳ αὐτῶν γιά νά συγκροτήσει τήν ἑνότητά τους.

Μπαίνω, δηλαδή, στό δομικό στοιχεῖο τῆς λέξης ἑνότητα, γιά τήν ὕπαρξη κοινωνικῶν ὁμάδων. Ὕπαρξη κοινωνικῶν ὁμάδων ὑπ᾽ αὐτή τήν ἔννοια, πού εἶναι χῶροι βαθιά ἀναπαυτικοί, θεραπευτικοί, ἀπαιτεῖ νά ὑπάρχει ὁ Χριστός καί νά δεχόμαστε τό Χριστό, ὅπως εἶναι, ὄχι ὅπως Τόν θέλουμε ἐμεῖς. Ἄρα ἐγώ δέν μπορῶ νά δεχτῶ ἑνότητα κατ᾽ ἐπίφασιν συλλόγων, ὁμάδων ἐκφραστικῶν, κομμάτων, πεῖτε ὅ,τι θέλετε, πού ἔχουν σκοπούς. Ἄν ὁ σκοπός τους δέν εἶναι τό κατεξοχήν πρόσωπο πού ἑνώνει, ὁ Χριστός, δέν εἶναι ὁμάδες αὐτές. Εἶναι συμπίλημα ἀνόμων, ἐγωιστῶν ἀνθρώπων. Πάρτε το ὅπως θέλετε, εἶναι σύλλογος, εἶναι ὀργάνωση, εἶναι συνεταιρισμός, εἶναι ἑταιρεία, εἶναι κόμμα, πεῖτε το ὅπως θέλετε. Ἄν δέν ἔχει ἐν τῷ μέσῳ τό Χριστό καί δέν δέχεται τίς προθέσεις τοῦ Χριστοῦ, ἑνότητα δέν ὑπάρχει· γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς ὅλα αὐτά διαλύονται, καταστρέφονται καί ὁδηγοῦνται σέ καίριες ἀντιπαλότητες.

Καί ὅπου βλέπετε σέ ὁμαδικές ἐκφράσεις ἀντιπαλότητες καί διαμάχες συνεχεῖς -διαμάχες ἀνθρώπινες μπορεῖ νά ὑπάρχουν, ἀλλά πρέπει νά θεραπεύονται- ἄν ὑπάρχουν συνεχεῖς διαμάχες καί συνεχεῖς ἀντιπαλότητες καί συνεχεῖς διχασμοί διατηρούμενοι, διπολικοί ἤ τριπολικοί διχασμοί, σημαίνει ὅτι ἐκεῖ μέσα δέν ὑπάρχει ποτέ ὁ Χριστός.

Κατά τ᾽ ἄλλα τά ἀνθρώπινα μπορεῖ νά ὑπάρχουν, ἀνάμεσα σέ δύο καλούς Χριστιανούς μπορεῖ νά ὑπάρχει ἕνας πειρασμός, μιά δυσκολία, μιά μικρή ἀντιπάθεια, ἀλλά αὐτό εἶναι πρός θεραπεία. Ἄν ὅμως αὐτό διατηρεῖται συνεχῶς καί διαιωνίζεται συνεχῶς, τότε ἐδῶ ὑπάρχει δαιμονική κατάσταση, ὅπου ὁ διχασμός εἶναι διαιωνιζόμενος, διαιωνίζεται, βλέπετε, περνάει διά τῶν αἰώνων, δέν ὑπάρχει τίποτα ἀπ᾽ τό Χριστό. Ἄρα βλέπετε καί μόνο πού λέω μερικές κοινωνικές ἀντιπαλότητες καί μόνο πού λέω πολιτική ἀντιπαλότητα στό οἰκονομικό ἐπίπεδο, δεξιοί ἀριστεροί, ἄν αὐτό διαιωνίζεται, εἶναι δαιμονιῶδες. Ἄν ὑπάρχει, δηλαδή, ἕνα ἑνωτικό στοιχεῖο πού θά κάνει νά ξεπεράσουν τήν ἀντιπαλότητά τους πέρα ἀπό τίς ἰδέες. Οἱ ἰδέες μόνες δέν μᾶς χωρίζουν, οἱ ἰδέες εἶναι πρός κατάθεση γιά μιά περαιτέρω διεργασία μέ κουβέντα, μέ συζήτηση. Ἄν, ὅμως, οἱ ἰδέες αὐτές πάντοτε παραμένουν ὡς ὁριστικοποιημένες πράξεις διχασμοῦ, ἐδῶ ὑπάρχει διχασμός, ὑπάρχει δαιμονοποίηση τῆς καταστάσεως καί φυσικά ὄχι παρουσία Χριστοῦ καί ὄχι ἀγάπη. Αὐτό, προσέξτε, τό γεγονός εἶναι πάρα πολύ σπουδαῖο, σέ ὁποιαδήποτε ὁμάδα καί νά τό ἐφαρμόσετε.

Ἔτσι δέν μπορῶ νά πῶ ὅτι ὑπάρχει αὐτή τή στιγμή, γιά νά ἔρθω, ἄς ποῦμε, στό προκείμενο, γιά νά τό χαριτολογήσω καί λίγο, ἕνας σύλλογος προστασίας τῶν δικαιωμάτων τῶν ὁμοφυλοφίλων. Δέν μπορεῖ νά ὑπάρχει τέτοιο πράγμα, ὅσο ἑνωτικά στοιχεῖα καί νά ἔχει· καί θά μοῦ πεῖ κάποιος, ὑπάρχει ἕνα Πρωτοδικεῖο πού κάνει τό σύλλογο σύλλογο. Ἀλίμονο ἄν ἡ ἑνότητα χαρακτηριζόταν ἀπό τήν πράξη ἑνός Πρωτοδικείου· θά ἦταν τελείως ἀνόητο νά μπορεῖ ἕνα ὄργανο δικαστικῆς μορφῆς ἤ ἐκφράσεως κάποιας βουλήσεως κάποιου νομοθέτου, νά ἀποκτήσει τή δυνατότητα νά ἑνώνει τούς ἀνθρώπους, δέν γίνεται αὐτό τό πράγμα. Ἡ ἑνότητα ὑπάρχει μόνο ἐν Χριστῷ καί ἐν ἀγάπῃ, μέ τήν ἀγάπη ὅπως τή λέει ὁ Χριστός καί τίποτε ἄλλο.

Ἔτσι, λοιπόν, τό ἐρώτημα εἶναι πάρα πολύ καίριο, πῶς αὐτό θά μπορέσουμε νά τό ζήσουμε, λέει ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἐν μέσῳ δύο ἤ τριῶν. Νά δοῦμε τί λέει ὁ Μέγας Βασίλειος καί ἔχει σημασία γιά ὅλες αὐτές τίς ἄνομες ἑνότητες πού παρουσιάζονται γύρω μας. Ὅλοι κάνουν μιά σύμπηξη μιᾶς ὁμάδας καί οἱ γκάνγκστερ μπορεῖ νά κάνουν ὁμάδα, δηλαδή μαφία εἶναι μιά ὀργανωμένη ὁμάδα, ἀλλά αὐτό δέν ἐκφράζει τίποτα γιά μᾶς. «Οἱ συναχθέντες εἰς τό ὄνομα κάποιου ὀφείλουν ὁπωσδήποτε νά γνωρίζουν τόν σκοπόν αὐτοῦ πού τούς συνήγαγε καί νά ἑτοιμάζονται πρός αὐτόν τόν σκοπόν», λέει ὁ Μέγας Βασίλειος, πρέπει νά ξέρουν ποιός τούς μάζεψε καί ποιός εἶναι ὁ σκοπός τους. Ἔχει σημασία, ποιός μᾶς μάζεψε, ποιός εἶναι ὁ σκοπός μας. Κι ἐδῶ ἡ συγκεκριμένη περίπτωση εἶναι τό ποιός, ἔχει σημασία, ποιός; Μπορεῖ κάποιος, κατά τά ἀνθρώπινα μεγέθη, νά μᾶς μαζέψει; Τολμῶ νά πάω παρακάτω τό ἐρώτημα, μπορεῖ κάποιος νά γίνει ἀρχηγός; Ἡ ὀρθόδοξη Θεολογία, μέσα ἀπό τή γλώσσα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, λέει ὄχι. Κανείς δέν ἔχει τή δυνατότητα νά μαζέψει καί νά γίνει ἀρχηγός. Ἄν κάποιος ἔχει τό κουράγιο νά κάνει μιά σύναξη ἀνθρώπινη, θά τήν κάνει ὡς παρουσία Χριστοῦ ἀνάμεσα, ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν.

Βλέπετε τί λέμε, στήν τοπική Ἐκκλησία, ὁ Ἐπίσκοπος ἀκριβῶς συμβολίζει τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ὄχι δέν ἐκφράζει τόν ἑαυτό του. Εἶναι ἀκριβῶς μιά ὁρατή παρουσία ἑνότητος, σημεῖο ἑνότητος τοῦ Χριστοῦ. Ἐν ὀνόματι τοῦ ἐπισκόπου δέν συνασσόμεθα. Τό Χριστό ἐκφράζει καί ἐκφράζει τήν ἑνότητα αὐτή, πού πρακτικά ἐκφράζεται μέσα ἀπ᾽ αὐτή τή σύναξη τήν ἀνθρώπινη. Γιατί ὁ Ἐπίσκοπος καί μετά ὅλο τό τίμιο Πρεσβυτέριο καί ὁ λαός θά ἐκφράσουν τήν ἀγαπητική πρόκληση τῆς ἑνότητας πού ἔρχεται μέσα ἀπ᾽ τό Χριστό.

Κανείς δέν μπορεῖ νά μαζέψει κανέναν καί νά γίνει ἀρχηγός. Ἀλλά ὅταν ἀκοῦμε καί τή λέξη ἀρχηγός, αὐτός πού μᾶς ἔσωσε, αὐτός ἔκανε αὐτό τό κίνημα, αὐτός ἔκανε αὐτό, ἔκανε τό ἄλλο, εἶναι μιά ἀνόητη φράση καί εἶναι μιά παραχάραξη τῆς ἀγαπητικῆς ἰδιότητας τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος μᾶς συνάζει. Ὅ,τι καλό γίνεται, ἐν ὀνόματι κάποιας ἑνότητας ἀνθρωπίνης, γίνεται μόνο ἀπ᾽ τό Χριστό. Θά πεῖτε εἶσαι ἀπόλυτος, γιατί ἀγαπᾶς τό Χριστό καί τά λοιπά. Μά δέν εἶναι αὐτή ἡ ἀπολυτότητα. Νά μοῦ βρεῖτε κάποιον πού μπορεῖ νά ἑνώσει τούς ἀνθρώπους. Πάρτε ὅλα τά συστήματα τῆς ἑνότητας. Μαζεύτηκαν νά κάνουν ὅλοι μιά ἐπανάσταση κι εἶχαν ἀρχηγό. Στήν πορεία νά δεῖτε μετά πῶς διχάστηκαν ὅλοι αὐτοί. Δέν ὑπάρχει οὔτε μία ἱστορική μαρτυρία, πού ἀπό τέτοιες ὁμάδες καλῶν ἐπαναστατικῶν κινημάτων -διαβάστε τήν ἱστορία τῶν ἐπαναστάσεων ἤ τῶν κινημάτων- πῶς ἡ συνέχεια αὐτῶν τῶν κινημάτων μετά ἀπό λίγα χρόνια, δέν χρειάζεται νά πᾶμε σέ μακροχρόνιες διαδικασίες, ἦταν μιά κατάληξη διχασμοῦ τῶν ἴδιων τῶν κινημάτων, πού ἦταν δῆθεν σωτήρια, ἀπολυτρωτικά καί τά λοιπά. Ὅλες αὐτές οἱ μορφές μετά καταλύονται, γιατί ἀκριβῶς εἶναι ἐγωιστικές μορφές καί γιατί καταξιώθηκαν μέσα ἀπό τήν ἡρωική κίνηση κάποιου ἐγωιστοῦ ἀρχηγοῦ. Ἄρα ἡ Ἐκκλησία δέν δέχεται ποτέ ἀρχηγό. Γιατί καί μόνο ἄν δεχτοῦμε τή λέξη ἀρχηγός, πρέπει νά δεχτοῦμε τόν ἄκρως ταπεινούμενο, γιατί ὁ Χριστός εἶναι ὁ πρῶτος ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν καί γιατί εἶναι ὁ ἔσχατος, δηλαδή ἔγινε ἔσχατος ἄχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ. Ὑπ᾽ αὐτή τήν ἔννοια γίνεται Πρῶτος. Ὁ διακονῶν εἶναι ὁ πρῶτος. Ἐκεῖνος πού διακονεῖ καί πεθαίνει γιά τόν ἄλλο, αὐτός εἶναι ὁ πρῶτος γιά μᾶς, δέν ὑπάρχει ἄλλος πρῶτος. Ἄρα ὅλες οἱ ἄλλες μορφές κινημάτων, τοῦ ἀρχηγοῦ πού ἑνώνει τούς ἀνθρώπους, τοῦ ἐκφραστοῦ ἑνός μέσου, εἶναι ἀνόητες ἐκφράσεις δηλαδή.

Ἄρα δέν μπορεῖ νά ἐμφανιστεῖ ἕνας σύλλογος νά ὑποστηρίξει τά δικαιώματα κάποιας μορφῆς ἀνομίας. Ὑπάρχει αὐτή ἡ μορφή καί ὑποστηρίζει τά δικαιώματα αὐτά καί θέλει νά τά περάσει σέ ἄλλους χώρους. Καί φυσικά ἄν γίνουν παλινδρομήσεις καί αὐτό δέν τό καταλάβουμε ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί καί τό δεχτοῦμε, δέν σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία θά χάσει, ἐμεῖς χάνουμε δηλαδή. Χάνουμε καί χαλᾶμε τό κάλλος τῆς ὀρθόδοξης Θεολογίας. Ἔτσι, λοιπόν, ἐδῶ πέρα ὑπάρχει ἑνότητα καί ὑπάρχει ὁ σκοπός.

Ποιός εἶναι ὁ σκοπός; Νά θυμηθεῖτε ἕναν κανόνα, ὑπάρχει στό Πηδάλιο, πού μιλάει γιά τή συνωμοσία καί τήν τυρεία, συνωμοσία ἤ φατρία. Ὁ φατριασμός σημαίνει ἕνας διχασμός, κάποιοι ἔρχονται καί φατριάζονται· καί λέει τό ἑξῆς, κάτι πολύ ὡραῖο πού λέει ὁ κανόνας καί τό ἐπιτείνει ἡ ἑρμηνευτική διάταξη τοῦ μεγάλου ἑρμηνευτοῦ, τοῦ Βαλσαμώνα, πού ἑρμήνευε πολλές διατάξεις στό Πηδάλιο μαζί μέ τόν Ζωναρᾶ. Λέει, λοιπόν, ἐκεῖ: ἄν ὑπάρχει μέσα στό χῶρο τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας μιά ὁμάδα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τούς δικούς τους σκοπούς, ἄς εἶναι καί γιά καλό αὐτοί οἱ σκοποί, αὐτό εἶναι φατρία, εἶναι δαιμονικό· κι ἄν οἱ σκοποί εἶναι πολύ καλοί, ἀλλά ἄν αὐτοί διχάζονται μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία καί δημιουργοῦν ἕνα ρῆγμα μέσα στήν Ἐκκλησία αὐτό εἶναι φατρία, εἶναι διχασμός. Ὅπου ὑπάρχει, λοιπόν, σκοπός ἔστω καί καλός -πόσῳ μᾶλλον ἄν εἶναι καί κακός ὁ σκοπός- μιλάω γιά τόν καλό τό σκοπό, δέν ὑπάρχει ἑνότητα. Ὅποιος ἀποκόπτεται μέσα ἀπό δῶ, νά βγάλει μιά καλή κατάσταση, νά πεῖτε ἐδῶ σέ αὐτή τήν ἐνορία δέν γίνεται καλό φιλανθρωπικό ἔργο κι ἐμεῖς θέλουμε νά κάνουμε μιά δική μας ὁμάδα, θά κάνουμε καλό φιλανθρωπικό ἔργο, θά τό κάνουμε ἔτσι ἀνεξάρτητα, μόνοι μας, εἶναι καλός ὁ σκοπός σας, ἀλλά αὐτό εἶναι φατρία, γιατί ἀποκόπτεσθε περιφρονώντας τούς ἄλλους πού δέν μποροῦν νά κάνουν φιλανθρωπία, ὅσο τή φαντάζεσθε ἐσεῖς. Ἀκριβῶς θά μπεῖτε μέσα στό σῶμα καί θά ἀντέξετε τούς ἄλλους πού δέν ἔχουν νά τό κάνουν ἔτσι τό πράγμα, θά ἀντέξετε τή γνώμη τῶν ἄλλων, γιά νά γίνει ἀκριβῶς μιά ἄλλη ἰσορροπία, ὄχι δημοκρατική ἰσορροπία, νά ἐκφραστεῖ πρώτα ἡ ἑνότητα καί μετά τό καλό τό ἔργο. Ἄν ὑπάρχει καλό ἔργο χωρίς ἑνότητα, δέν κάνουμε τίποτε.

Ἄρα, λοιπόν, ἐδῶ πέρα ὅλες αὐτές οἱ ὁμάδες τῆς ἀνομίας δέν μποροῦν νά μιλοῦν οὔτε γιά ἑνότητα, οὔτε [να λένε] ὅτι ἔχουν δικαιώματα, πού προβάλλονται μέσα ἀπό ἀνεξάρτητες ὁμάδες, πού θέλουν ἀκόμα νά βοηθήσουν καί τή σκέψη, ὅπως λένε, τῆς Ἐκκλησίας γιά νά γίνει πιό συγκαταβατική καί πιό φιλάνθρωπη. Πιό δαιμονιῶδες πράγμα δέν ἄκουσα. Προτείνουν στήν Ἐκκλησία νά γίνει φιλάνθρωπη, δηλαδή προτείνουν στό χῶρο τοῦ κάλλους τοῦ φωτός, νά γίνει φῶς· μά τό φῶς δέν μπορεῖ νά γίνει πιό πολύ φῶς. Καί δέν μπορεῖ νά τό πεῖ αὐτό ἕνας, ὁ ὁποῖος ζεῖ μιά διαστροφή, ἀφοῦ ἡ διαστροφή του τόν ὁδηγεῖ σέ ἀδυναμία νά ἔχει κάθαρση νοός. Πῶς αὐτός θά μοῦ προτείνει τί εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖο εἶναι τό καλύτερο γιά τούς ἀνθρώπους καί θά προτείνει στήν Ἐκκλησία νά γίνει συγκαταβατική; Ἀπό αὐτό κάτι πιό ἄνομο δέν ἄκουσα. Τί προτείνει δηλαδή, ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι συγκαταβατική; Δέν ἐκφράζει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; Δέν συγκαταβαίνει ὁ Χριστός, λοιπόν, μέχρι τόν Ἅδη καί ἡ Ἐκκλησία δέν μαζεύει τόν κάθε πονεμένο καί κουρασμένο καί τόν συγχωρεῖ καί τόν ἀγαπάει; Αὐτοί θά μᾶς τό ποῦν ἄν ἡ Ἐκκλησία εἶναι συγκαταβατική; Γιά νά περάσουν δῆθεν δημοκρατικά μηνύματα; Ποῦ εἶναι ἡ ἑνότητα; Ποῦ εἶναι ὁ Χριστός κι ἄν ὁ Χριστός λέει τέτοια πράγματα; Ποιοί, λοιπόν, εἶναι αὐτοί πού θά τό καταξιώσουν;

Πρέπει νά ὑπάρχει κάποιος πού μαζεύει καί νά ὑπάρχει ἕνας πού ἔχει ἕνα σκοπό. Δέν ξέρω ὅταν λέμε γιά σκοπούς, τί ἐννοοῦμε σκοπούς. Πέρα ἀπό τό σκοπό τῆς ζωῆς σας, ὁ σκοπός γιατί κάνετε αὐτό, γιατί κάνετε τό ἄλλο, γιατί βρίσκεστε ἐδῶ, γιατί κάνετε αὐτή τήν πράξη. Ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί ἕνα σκοπό ἔχουμε. Ὁ στόχος μας εἶναι ὁ Χριστός, σ᾽ Ἐκεῖνον κινούμεθα δηλαδή καί ὁ στόχος μας εἶναι ὅ,τι γίνει νά γίνει ἐν Χριστῷ. Ὅλη ἡ ζωή μας εἶναι μιά χριστολογική παρουσίαση. Δέν ἔχουμε ἰδιαίτερους καί ἀνεξάρτητους στόχους ἐμεῖς. Ὅ,τι καί νά κάνουμε, ἀκόμη καί καλό, ἄν αὐτό τό καλό γίνει χωρίς χριστολογικούς στόχους, χωρίς τόν ἁγιασμό μας καί τόν ἁγιασμό τοῦ κόσμου, δέν ὑπάρχει νόημα νά γίνει. Εἶναι ὁριζόντιο ἔργο, τό ὁποῖο θά καταξιωθεῖ σάν ἐγωισμός μετά, θά καταλήξει ἐγωισμός, προβαλλόμενος ἐγωισμός. Πόσῳ μᾶλλον νά προβάλεις ἐγωιστικά τή διαστροφή σου δηλαδή καί νά λές ἔτσι εἶμαι καί μοῦ ἀρέσει πάρα πολύ αὐτό πού εἶμαι καί δέν ἀλλάζω. Ἐδῶ, λοιπόν, προβάλλεται μόνο ὁ ἐγωισμός σέ αὐτή τήν περίπτωση καί τίποτε ἄλλο.

Ἔτσι, λοιπόν, γιά νά ἀξιωθοῦμε αὐτῆς τῆς χάριτος, ὅπως λέει ὁ Μέγας Βασίλειος «πρέπει ἀκριβῶς νά ξεπεράσουμε πρῶτα κάθε κακία καί κάθε ἀμέλεια, γιά νά ἔχουμε ἑνότητα» λέει «καί νά μποροῦμε νά προτείνουμε στοιχεῖα ἑνότητας στή ζωή τοῦ κόσμου, ὅπου θά ἀποκαλυφθεῖ ὁ Χριστός πού εἶναι τό στοιχεῖο τῆς ἑνότητάς μας». Ἀρχίζει πιά ἐδῶ ὁ Μέγας Βασίλειος κι ὁρίζει τήν κάθαρση καί μιλάει γιά τήν κακία καί τήν ἀμέλεια. «Γιατί», λέει, «ὅπως οἱ κληθέντες ἀπό κάποιον, ἄν μέν ὁ καλέσας ἔχει σκοπό νά θερίσει, παρασκευάζονται γι᾽ αὐτό τό ἔργο». Ἄν σᾶς καλέσει κάποιος νά κάνετε κάποια δουλειά, ξέρετε [ὅτι] αὐτός σᾶς κάλεσε γιά νά θερίσετε. Γι᾽ αὐτό σᾶς καλεῖ νά ᾽ρθεῖτε νά τόν βοηθήσετε. «Ἐάν δέ ἔχει σκοπό νά οἰκοδομήσει, ἑτοιμάζονται οἱ κεκλημένοι γιά νά οἰκοδομήσουν. Ἔτσι καί οἱ κληθέντες ἀπό τόν Κύριο, ὀφείλουμε νά ἐνθυμηθοῦμε τόν Ἀπόστολο πού λέει "παρακαλῶ ὑμᾶς ἐγώ ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ, νά περιπατῆτε ἀξίως τῆς κλήσεως εἰς τήν ὁποίαν προσεκλήθητε μετά πάσης ταπεινοφροσύνης καί πρᾳότητος, μετά μακροθυμίας, ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ, σπουδάζοντες νά τηρεῖτε τήν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος διά τοῦ συνδέσμου τῆς εἰρήνης. Ἕν σῶμα καί ἕν Πνεῦμα, καθώς καί ἐκλήθητε μέ μία ἐλπίδα τῆς κλήσεως ὑμῶν"». Αὐτό καί μόνο τό κείμενο τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἐδῶ, πού χρησιμοποιεῖται ἀπό τό Μέγα Βασίλειο, εἶναι πάρα πολύ σπουδαῖο γιά νά ὁρίσουμε πιά τά πρακτικά στοιχεῖα τῆς ἀνθρωπολογίας, δηλαδή τοῦ τρόπου ζωῆς τῆς ἑνότητας. Βλέπετε, ἐπαναλαμβάνω τά στοιχεῖα αὐτοῦ τοῦ κειμένου, εἶναι πάρα πολύ σπουδαῖο. Εἴμαστε καλεσμένοι ἀπό τό Χριστό. Πῶς θά ἐκφράσουμε αὐτή τήν ἑνότητα, ἐφόσον εἶναι ὁ Χριστός ἀνάμεσά μας, τί εἶναι ὁ Χριστός γιά μᾶς; Νά, λέει «παρακαλῶ ὑμᾶς». Προσέξτε, ποιά εἶναι ἡ ἰδιότητα τοῦ ἀποστόλου Παύλου; Δέν λέει ἐγώ ὁ πρόεδρος, ὁ τάδε, τάδε, λέει «ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ». Δέν εἶναι ὁποιοσδήποτε ἐκφραστής κάποιου εἰδικοῦ μεγέθους, κάποιου συλλόγου, κάποιας ὁμάδας, κάποιας ἐπαναστατικῆς κινήσεως, νά δείξει πόσο δυνατός εἶναι.

Ποιός ἀρχηγός θά τολμοῦσε νά πεῖ: «ἐγώ ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ», «δέσμιος» καί «ἐν Κυρίῳ», νά πεῖ, κοίταξε ἐγώ εἶμαι δοῦλος Κυρίου, τίποτε ἄλλο. Μποροῦν οἱ ἀπελευθερωτές, πού κάνουν ἀπελευθερωτικά κινήματα καί ἐκφράζουν δῆθεν μοντέρνες ἰδέες καί δημοκρατικές ἰδέες νά ποῦν ὅτι εἶναι δέσμιοι ἐν Κυρίῳ; Σίγουρα μποροῦν νά ποῦν εἴμαστε δέσμιοι τῶν παθῶν μας. Δέν τό λένε ἔτσι, γιατί αὐτό πού κάνουν δέν τό θεωροῦν πάθος δηλαδή.

Ἔχω ἀκούσει τόσα πολλά αὐτές τίς μέρες καί ἔχει κουραστεῖ πολύ τό μυαλό μου. Χρησιμοποιῶ τήν ὁρολογία τους, γιατί βγαίνουν εὐκαίρως, ἀκαίρως σέ ἐφημερίδες καί κανάλια καί λένε χίλιες ἀνωμαλίες καί δέν σηκώνεται κανείς νά πεῖ τίποτα, γιατί φοβοῦνται μή φανοῦν μή μοντέρνοι δηλαδή. Μά εἶναι δυνατόν; Καί σοβαροί ἄνθρωποι πού ἔχουν ἀντίθεση μέ αὐτή τή διαστροφή, σοβαρότατοι ἄνθρωποι. Τούς ἀκοῦν ἔτσι στά κανάλια χαμογελώντας καί λένε, ἔτσι εἶναι ἡ ζωή, τί νά κάνουμε κι αὐτό εἶναι μιά ἔκφραση, ὁ ἄνθρωπος δημοκρατικά ἐκφράζεται· κι αὐτοί ἐκφράζονται ὡς πρόεδροι σωματείων καί τά λοιπά πού ἐκφράζουν τή διαστροφή. Δέν μπορῶ νά τό ἀνεχτῶ αὐτό τό πράγμα, γιατί ἀκριβῶς πρέπει νά ὑπάρχει ἕνας ἄλλος λόγος καί αὐτός ὁ λόγος δέν περνάει καί γιά νά γελάσουν τό πολύ-πολύ βάζουν ἕναν παπα-Τσάκαλο νά πεῖ κάνα καλαμπουράκι νά γελάσουμε. Καλά κάνει ὁ παπα-Τσάκαλος, τούς γελοιοποιεῖ, ἀλλά ἐμεῖς θέλουμε ἀπαντήσεις. Τόν παππούλη τόν ἀγαπῶ πολύ, γιατί εἶναι μιά ἐλεύθερη φωνή. Λέει τρέλες δηλαδή, ἀπίθανες τρέλες καί μέσα ἀπό τήν τρέλα βγαίνουν πολλά πράγματα. Ἀλλά αὐτοί αὐτό θέλουν, νά πεῖ καί ἡ Ἐκκλησία τό λόγο Της, πού ἡ Ἐκκλησία λέει μιά τρέλα· ἀλλά αὐτοί γελᾶνε, τόν παίρνουν γιά νά γελᾶνε ἐκεῖ, τόν ἔχουν «μαϊντανό» γιά νά γελᾶνε, αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία. Ὁ ἄνθρωπος καλά κάνει, πάει νά δώσει μιά μαρτυρία, ἀλλά τό κάνουν γιά νά γελάσουν. Ἄν τολμοῦσε νά πεῖ ἕνα λόγο πιό βαθύ θά τόν πετοῦσαν ἔξω, δέν θά τόν καλοῦσαν φυσικά. Θά γινόταν ἐνοχλητικός, τώρα εἶναι χαριτωμένος. Λένε μερικές διαστροφές καί γιά νά περάσει πιό χαριτωμένα τό παραμύθι τους, ὑπάρχει κι ἕνα γέλιο πού βγαίνει ἀπό ἕναν παπά δηλαδή. Ἐδῶ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς διαστροφῆς ἀκόμη περισσότερο.

«Παρακαλῶ ὑμᾶς ἐγώ ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ νά περιπατῆτε ἀξίως τῆς κλήσεως». Βλέπετε πῶς περπατοῦμε, ἡ ἑνότητα πῶς χαρακτηρίζεται; Ἐκεῖνος πού ἑνώνει μιά ὁμάδα κι ἔχει κάτι νά φωνάξει μές τήν κοινωνία εἶναι νά περπατήσει ἀξίως τῆς κλήσεως. Νά δεῖς γιατί εἶμαι καλεσμένος ἐδῶ. Δηλαδή εἶσαι καλεσμένος νά φωνάζεις γιά μιά διαστροφή; Νά τή διαφημίζεις παντοῦ δηλαδή; Γι᾿ αὐτό σέ κάλεσε; Ποιός σέ κάλεσε; Εἶσαι αὐτόκλητος. Ἐδῶ λέει νά εἶστε «ἀξίως τῆς κλήσεως», εἴμαστε ὅλοι κεκλημένοι, εἴμαστε κλητοί, κεκλημένοι εἴμαστε ὅλοι. Ἄλλο ἄν εἴμαστε ἐκλεκτοί ἤ ὄχι, ἀλλά εἴμαστε καλεσμένοι τουλάχιστον καί ἀξίως τῆς κλήσεως. Κανείς δέν εἶναι αὐτο-ζωή καί αὐτο-ύπαρξη καί αὐτο-θεωρία. Γιατί κάποιος καλεῖται νά κάνει μιά ἐπανάσταση, νά φέρει κάτι καινούργιο στόν κόσμο; Ποῦ τοῦ ἦρθε στό κεφάλι ἔτσι; Ποιός τόν κάλεσε; Ποιός τοῦ ἔδωσε ἐντολή; Ἔχει πολύ μεγάλη σημασία. Ὁ καθένας μπορεῖ νά πεῖ κάτι καί καλεῖ ἀνθρώπους ἐδῶ. Ποιός σέ κάλεσε; Ποιός εἶσαι ἐσύ;

Δέν ρωτοῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι στόν Πρόδρομο, ποιός εἶσαι ἐσύ; Ποιός σέ ἔβαλε ἐδῶ πέρα νά βαπτίζεις; Ἐν ὀνόματι ποίου βαπτίζεις; Αὐτά τά ἀλλεπάλληλα ἐρωτήματα ἦταν καίρια ἐρωτήματα θεολογικῆς ἱστορίας, τά ὁποῖα μετά τά ἀπηύθυναν στό Χριστό. Ποιός εἶσαι ἐσύ; Κι ἔλεγε, ἐγώ εἶμαι ἐκ τοῦ Πατρός καί τά λοιπά. Ἔλεγε, ἐκ τοῦ Πατρός ἦλθον, ἀπαντοῦσε ὁ Χριστός. Ποῦ νά καταλάβουν ἐκεῖνοι... Αὐτό τό ἐρώτημα εἶναι: Ποιός σέ κάλεσε, ἀπό ποῦ πῆρες ἐντολή; Ἤ θά πεῖς πῆρα ἐντολή ἀπό τόν ἑαυτό μου ἤ θά πεῖς, πῆρα ἐντολή ἄνωθεν. Πάρα πολλοί ἄνθρωποι, ἀκόμη καί πολλοί αἱρετικοί -εἶναι οἱ σύγχρονες αἱρέσεις- ὁμιλοῦν γιά ἄνωθεν κλήσεις, δηλαδή εἶδα τό Χριστό, τήν Παναγία, εἶδα κάποιο πνεῦμα, κάποιον ἄγγελο καί μέ κάλεσε· αὐτά τά ἀνόητα τά πράγματα. Εἶναι μιά ἄλλη κλήση αὐτή, πού ὅταν καλεῖσαι γιά κάτι, καλεῖσαι μέ τόν τρόπο πού καλεῖσαι καί καταξιώνεις αὐτό τό ὁποῖο καλεῖσαι.

«Περιπατῆτε ἀξίως τῆς κλήσεως εἰς τήν ὁποίαν προσεκλήθητε». Εἶστε προσκεκλημένοι. Πῶς; «Μετά πάσης ταπεινοφροσύνης». Ἡ ταπεινοφροσύνη δέν ἐπιτρέπει αὐτό τό ὁποῖο κάνεις, νά τό φωνάζεις καί νά τό διαφημίζεις. Λές μιά ἀλήθεια καί τίποτε ἄλλο· δέν λές, ἐμεῖς κάνουμε αὐτό καί τά λοιπά καί τά λοιπά καί εἴμαστε αὐτό καί θέλουμε νά σώσουμε τόν κόσμο· καθόλου.

«Μετά πάσης ταπεινοφροσύνης». Αὐτό ἔχουμε νά ποῦμε, τίποτε ἄλλο. «Μετά πάσης ταπεινοφροσύνης». Ποῦ εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη δηλαδή, ὅταν ὁ ἄλλος λέει, εἶναι δική μου ἡ ἐλευθερία, δέν σκέφτεσαι τόν ἄλλο δηλαδή; Τά παιδιά μου δέν τά σκέφτεσαι; Καί τό πολύ-πολύ εἶσαι ἐλεύθερος νά ἔχεις τό βίτσιο σου κρυμμένο, γιατί τό προβάλλεις στούς ἄλλους; Εἶναι ταπεινοφροσύνη αὐτό, νά τό περνᾶς μέ τό ζόρι πάνω στόν ἄλλο; Αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη ἱστορία. Ἐδῶ κανονικά οὔτε ἡ Ἐκκλησία -ἄν τῆς ποῦνε, μή μιλᾶς- ἡ Ἐκκλησία στά κανάλια νά μή μιλάει. Ἐκεῖ εἶναι ὁ καημός μας δηλαδή; Κι ἄν ποῦμε κάτι, θά τό ποῦμε ἐν πάσῃ ταπεινοφροσύνῃ, λέγοντας ὄχι τίς ἰδέες μας, νά ποῦμε αὐτό πού λέει ὁ Χριστός μας δηλαδή. Ἄν λές τίς δικές σου ἰδέες εἶναι καθαρός ἐγωισμός. Κανείς δέν ἔχει δικές του ἰδέες μόνος του, γιατί ὁ δωρεοδότης τῶν ἰδεῶν εἶναι ὁ Χριστός. Ποῦ βρίσκεις τίς ἰδέες, δηλαδή; Ἄρα πῆρες τίς ἰδέες τοῦ Χριστοῦ καί τίς διέστρεψες. Μόνο αὐτό ἔχω νά πῶ. Ἄν ἔχεις ἰδέες, ποῦ βρίσκεις τίς ἰδέες; Ποιός σέ ἔφτιαξε νά ἔχεις ἰδέες; Ποιός σοῦ ἔδωσε ἐγκέφαλο καί μυαλό; Τό βρῆκες μόνος σου; Τό ἔφτιαξες μόνος σου; Καί ποῦ κατέβασε αὐτές τίς ἰδέες; Αὐτογενῶς ἦρθαν μέσα; Εἶναι μεγάλα ἐρωτήματα αὐτά, πού πρέπει νά μοῦ τά ἀπαντήσουν, ἐφόσον κινοῦνται, δῆθεν κουλτουριάρικα καί φιλοσοφικά καί κάνουν καί φιλοσοφικό λόγο στά πράγματα -ἐκεῖ καταντήσαμε- πρέπει νά δώσουν ἀπαντήσεις τέτοιες, ὅπως ἐδῶ τά ἐρωτήματα τοῦ ἀποστόλου Παύλου.

«Μετά πάσης ταπεινοφροσύνης καί πρᾳότητος, μετά μακροθυμίας, ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ». Καί δέν δέχομαι κουβέντες ψεύτικες δηλαδή. Πόσες φορές πού κουβέντιασα -καί μιά φορά ἦταν δημόσια κουβέντα ἀπό κανάλι- ὅταν ἄρθρωσα τέτοιο λόγο μοῦ εἶπαν «μά ἐμεῖς ἀγαπᾶμε, εἴμαστε ἄνθρωποι τῆς ἀγάπης». «Ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ», λέει «ἐμεῖς ἀγαπᾶμε, γι᾽ αὐτό εἴμαστε ὁμοφυλόφιλοι, ἀγαπᾶμε, εἶναι μιά μορφή ἀγάπης». Μά ποτέ δέν σκέφτηκε κάποιος τήν ψυχολογία τοῦ ὁμοφυλόφιλου, πού ὅσο τή μελετᾶς, σέ ἕνα πρακτικό ἐργαστήριο ἐξομολογήσεως, εἶναι μιά κατάσταση ὄχι ἁπλῶς διαστροφῆς, ἀρρωστημένης ψυχοσύνθεσης· δηλαδή, μόνο κατά τά ἀνθρώπινα τά μέτρα, ὄχι τά ἐκκλησιαστικά, θά ἅρμοζε νά εἶναι κλεισμένοι σέ ἕνα ψυχιατρεῖο καί νά τούς κάνουν θεραπεία. Ἄν δεῖς τό βαθύ μίσος πού κρύβουν μέσα γιά τόν ἄνθρωπο. Εἶναι κλεισμένοι σέ μιά ἀγάπη κλειστή τελείως, σέ κάποιο πρόσωπο, καταξιώνοντας τά βίτσια τους, τό ὁποῖο μετά ἀπό χρόνια τό ὁδηγοῦν σέ ἕνα βαθύ μίσος· καί ὅταν ἐκεῖνος ὁ ὁμοφυλόφιλος -μοῦ τόν πέταξε ἐκεῖνος ὁ γνωστός δημοσιογράφος ξαφνικά μπροστά μου, σ᾽ ἕνα παράθυρο καί τόν ἔβγαλε μπροστά μου, ἄρα τό εἶχε προετοιμάσει, μοῦ τήν εἶχε στημένη- μοῦ βγῆκε καί μοῦ λέει «πάτερ, ἐμεῖς ἀγαπᾶμε» ἐγώ τί νά πῶ ἐκείνη τήν ὥρα, ἤξερα ὅτι δολοφόνησε τόν ἐραστή του, τί νά πῶ τώρα, παπάς ἤμουν δηλαδή, νά τοῦ πῶ κάτι; Τ᾽ ἄφησα ἔτσι, ἄς γίνω ρεζίλι -πειράζει;- γιατί σεβάστηκα τό πρόσωπό του, δέν ἤθελα νά τό γελοιοποιήσω σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα μπροστά.

Αὐτό εἶναι τό σύστημα. Ἀγαπάω. Ποῦ ἀγαπᾶνε; Νά ἀποδείξουν ὅτι ἀγαπᾶνε δηλαδή. Ἡ ἀγάπη ἔχει θυσία, δέν εἶναι βίτσιο, καταξίωση τοῦ προσώπου καί ἁπλῶς νά μελετήσουν πρακτικά. Ἀφοῦ ἡ ἐποχή μας εἶναι τόσο πληθωρική ἀπό ψυχολόγους, ψυχαναλυτές, ψυχοθεραπευτές, νά κάνουν τήν ἀνατομία τῶν ὁμοφυλοφίλων, νά κάνουν μιά μελέτη. Τό μελέτησαν ποτέ τό φαινόμενο; Νά μποῦν βαθιά στήν τομή τῆς ψυχῆς τους, ὅμως. Ἐμένα μοῦ ἐπιτρέπεται λόγῳ τῆς ἰδιότητάς μου νά συναντήσω ἀρκετούς μετανοοῦντες καί μερικούς μή μετανιωμένους, ἀλλά τό ἀποτέλεσμα εἶναι πάντοτε τό ἴδιο. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ἕνα βαθύ μίσος γιά τό γεγονός ἀκριβῶς καί τοῦ ἀγαπημένου προσώπου, ἄχρι καιροῦ, μέχρι νά περάσει ἡ ἰδιότητα τοῦ βίτσιου δηλαδή καί ἡ χρήση τοῦ ἄλλου. Ἐγώ δέν ἔχω ἄλλο στοιχεῖο νά καταθέσω, δέν εἶμαι ἀρκετός ἐγώ, οὔτε ἡ ἐμπειρία μου εἶναι τόσο ἐπαρκής γιά νά καταθέσω μιά πλήρη θεωρία γιά τό πράγμα, ἀλλά καί μόνη ἡ ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ἀντίθεση τῆς Ἐκκλησίας σέ αὐτό τό φαινόμενο, δέν εἶναι ἁπλῶς μιά ἀντίθεση ἠθικοπλαστική. Εἶναι μιά θέση θεολογική καί θεραπευτική βασικότατα. Ἡ Ἐκκλησία ἕνα πράγμα ἐνδιαφέρεται νά κάνει, νά θεραπεύσει τό λαό της, γι᾽ αὐτό εἶπα δέν μιλῶ γιά διεστραμμένο ἄνθρωπο, μιλῶ γιά διαστροφή, σεβόμενος τή δυνατότητα νά θεραπευτοῦν καί αὐτοί. Νά μήν τούς βάλουμε μιά ταμπέλα καί μείνει ἀξεπέραστη αὐτή ἡ ταμπέλα πάνω τους. Αὐτός ὁ σεβασμός ὅμως, πού κάνω, εἶναι θεραπευτικός σεβασμός. Δέν εἶναι ἀντιπαλότητα θεολογική ἤ ἰδεολογική. Καί τότε πῶς ὁ Χριστός θά εἶναι «ἐν μέσῳ ἡμῶν», ἄν δέν ἔχουμε ἀγάπη καί ἁπλῶς ἀγαποῦμε μόνο τόν ἑαυτό μας καί τά βίτσια μας; Αὐτό σημαίνει Χριστός, ἀγάπη, ἀγάπη καί θυσία.

«Ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ, σπουδάζοντες νά τηρεῖτε τήν ἑνότητα τοῦ πνεύματος, διά τοῦ συνδέσμου τῆς εἰρήνης. Ἕν σῶμα καί ἕν πνεῦμα, καθώς καί ἐκλήθητε μέ μία ἐλπίδα τῆς κλήσεως ὑμῶν». Ἅμα διασπᾶται ὁ κοινωνικός ἱστός μέ αὐτό τό φαινόμενο, πῶς θά γίνει δηλαδή; Ἅμα διαστραφεῖ ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τῆς ἑνότητας τοῦ γάμου, τῆς οἰκογένειας καί θά γίνει μιά ὁλόκληρη ἀλλοίωση τῆς συνθέσεως τῆς ἰσορροπίας τοῦ κόσμου, αὐτό δέν εἶναι διχασμός; Αὐτό εἶναι ἑνότητα τοῦ πνεύματος;

Πρέπει νά ρωτήσω αὐτά τά ἐρωτήματα, δέν εἶναι τί σοῦ ἀρέσει. Τί περνάει στά παιδιά μου, δηλαδή. Μπορεῖ νά γελᾶς, νά χαμογελᾶς, ν᾽ ἀκοῦς τό ἀλ τσαντίρι νιούζ καί νά γελᾶς. Τί θά βγεῖ μετά, ὅμως, αὐτό μέ νοιάζει ἐμένα. Καί ἐδῶ ὑπάρχουν τά παιδιά μου πού ἀκοῦν καί δέν ξέρω γιατί δέν κάνουν ἕνα ρεπορτάζ ἀνάμεσα στούς οἰκογενειάρχες, πού ἔχουν παιδιά. Νά ποῦνε, θέλετε τά παιδιά σας νά γίνουν ὁμοφυλόφιλοι; Τολμᾶνε νά τό κάνουν αὐτό τό ρεπορτάζ; Ποιός μπαμπάς θά πεῖ ναί; Νά τολμήσουν, ἀφοῦ εἶναι, λοιπόν, τόσο τοῦ γκάλοπ, τοῦ ρεπορτάζ καί βγάζουν κάθε βδομάδα ἄν θά πρέπει νά εἶναι αὐτός πρωθυπουργός ἤ ὁ ἄλλος, νά τολμήσουν καί αὐτό νά τό κάνουν. Δέν εἶδα ποτέ νά τό κάνουν καί νά πᾶνε στούς οἰκογενειάρχες, πού ἔχουν παιδιά. Δέν θά πᾶνε, δηλαδή, στόν ἀλ τσαντίρι νιούζ νά τόν ρωτήσουν, αὐτό δέν ἔχει νόημα. Ἔχει σημασία. Τούς προκαλῶ δηλαδή. Δέν ἔχω κάτι ἄλλο νά κάνω, γιατί μιλᾶνε ἀόριστα καί τά σπασμένα, ποιός θά τά μαζεύει μετά; Δέν μᾶς πειράζει· θά τά μαζεύει ἡ Ἐκκλησία, γιά νά μαζέψει ὅλες αὐτές τίς διεστραμμένες καταστάσεις καί τίς ἀρρωστημένες προσωπικότητες. Οὔτε αὐτό θά μᾶς κουράσει. Μακάρι ἡ Ἐκκλησία νά γεμίζει ἀπό ἀνθρώπους, πού θέλουν θεραπεία, ἀλλά γιατί νά διαστρέψουν τά παιδιά μας μέχρι νά γιατρευτοῦν αὐτά. Ποιός ἔδωσε αὐτό τό δικαίωμα;

Ἐδῶ γίνεται τόση φασαρία, βγαίνει ὁ ἄλλος καί φωνάζει καί λέει, βρῆκα μούχλα μές στό ἀλεύρι καί κάνει ὁλόκληρη φασαρία κάθε βράδυ στήν τηλεόραση. Ἔ, χαλάλι του, ἐντάξει δέν εἶναι καί τίποτα αὐτό, βρῆκε μούχλα στό ἀλεύρι, ἐντάξει, λίγο μούχλα, ἐντάξει. Θά φτιάξει καί πενικιλίνη τό πολύ-πολύ, ἄν θέλω νά γελάσω. Γιά τό ἄλλο κανείς δέν φωνάζει. Εἶναι αὐτή σωστή κοινωνία; Πῶς λένε, ἄ, μούχλα στό ἀλεύρι, ἄ, ἡ ντομάτα, ξέρω ᾽γώ, ἦταν ἔτσι καί κατακρίνουν τούς καταστηματάρχες, θά κλείνουν τά σοῦπερ μάρκετ, καλά κάνει ὁ νόμος. Γιά τό ἄλλο κανείς δέν μιλάει; Μούχλα, δηλαδή, στή ζωή τῶν παιδιῶν μου, πού δέν ξέρω πότε θά τό ξεπεράσουν καί μέ τί κόστος, ἄν θά ἀντέξουν νά ἀνασυνταχθοῦν γιά νά τό ξεπεράσουν τό θέμα καί πάει ἡ ἑνότητα τῆς κοινωνίας πιά. Πᾶνε τά πάντα, δηλαδή, πάει αὐτό τό ὁποῖο λέμε, ὁ Χριστός «ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν», πού εἶναι ἡ μόνη κατάσταση εἰρήνης· καί μετά λέμε κάτι φταίει στήν κοινωνία. Εἶναι δεδομένο. Ἄν δέν πᾶτε στή ρίζα... βλέπω ἐδῶ τρομερή ἐπικινδυνότητα, γι᾽ αὐτό κάνω αὐτή τήν ἀνάλυση τώρα. Βλέπω μιά τραγική ἐπικινδυνότητα, γιά τό μέλλον ὅλης τῆς Εὐρώπης καί ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζοῦν αὐτό τό γεγονός.

Καί φυσικά νά φωνάξω καί νά πῶ κατ᾽ ἐπίφαση, παρενθετικά, ὅτι δέν ὑπάρχει καμιά θρησκεία στόν κόσμο, καμιά θρησκεία, δέν λέω μόνο ὁ Χριστιανισμός, πού νά δέχεται αὐτή τήν κατάσταση. Ἀκόμη καί οἱ ἄγριοι τῆς ζούγκλας, οἱ ἄγριοι, δηλαδή, πού ἔχουν στοιχειώδη ἔκφραση κοινωνικότητας, δέν εἶναι ἄγριοι οἱ ἄνθρωποι, ἔχουν ἔστω τό σπερματικό λόγο ἀλήθειας, αὐτό τό θεωροῦν μεγάλη διαστροφή, θεωρεῖται ἀπαράδεκτο. Ὑπάρχει μιά συνείδηση βλέπετε, ἕνας κρυμμένος κώδικας καί νόμος μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτά δέν τά μελέτησαν; Καί πῶς μᾶς τό περνᾶνε ἔτσι τό γεγονός τόσο αὐτονόητα πιά καί χαμογελᾶνε. Ἔ, καί τολμοῦν νά ποῦν, καί μερικοί ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, ἐντάξει, ἡ διαστροφή παντοῦ μπαίνει καί ψεῦτες εἴμαστε οἱ Χριστιανοί πολλές φορές καί ἀνώμαλοι εἴμαστε. Αὐτό ἀλλάζει τό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας, τή θεολογία Της, ἐπειδή μερικοί ἔκαναν μερικές διαστροφές, δηλαδή; Εἶναι ἐπιχείρημα αὐτό τό πράγμα; Ἐπειδή τό δικαστικό τό σῶμα εἶχε μερικούς, οἱ ὁποῖοι πούλησαν τή δικαιοσύνη, εἶναι φθαρμένο τό δικαστικό τό σῶμα; Αὐτό εἶναι τό ἐπιχείρημα; Οὔτε αὐτό μοῦ ἀρκεῖ, δηλαδή νά προβάλουν προσωπικότητες, δῆθεν κάποιων κληρικῶν, πού ἔχουν αὐτή τή διαστροφή. Τί νά τό κάνουμε;

«Ὁ Κύριος, λοιπόν, μᾶς ἐκθέτει τό ὅλο πράγμα σαφέστερον, διά τῆς ὑποσχέσεως πού δίνει σέ κάθε ἄνθρωπο ὅταν εἶπε, ἄν μέ ἀγαπᾶ κάποιος, τόν λόγον μου θά τηρήσει, καί ὁ πατέρας μου θά ἀγαπήσει αὐτόν, καί πρός αὐτόν θά ἔλθωμεν καί μονήν παρ᾽ αὐτῷ θά ποιήσωμεν». Ἐδῶ μᾶς θυμίζει τό στοιχεῖο τῆς ἑνότητας. Πῶς γίνεται πιά αὐτή ἡ ἑνότητα; Ἐπειδή ἀκριβῶς θέλουμε τό Χριστό καί τί λέει ὁ Χριστός. Εἶναι αὐτή πού σᾶς λέω συνέχεια ἡ θεραπευτική δομή τῆς στροφῆς τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου πρός τό Χριστό, ὅπου ἐπειδή σέ Αὐτόν ἀνοίγεσαι καί δέν ἔχεις ἁπλῶς τίς δικές σου ἰδέες γιά νά σώσεις τόν κόσμο, ἀνοίγεσαι σέ Αὐτόν καί ἔρχεται ἡ Ἁγία Τριάδα ὁλόκληρη καί ποιεῖ μονήν. Παραμένει πάνω μας. Κάνει τόπο κατοικητηρίου ἐπάνω μας καί τότε αὐτός ὁ ἄνθρωπος, πού ἡ ζωή του γίνεται κατοικητήριο τῆς Ἁγίας Τριάδας καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μπορεῖ νά κάνει κάτι γιά τόν ἄνθρωπο. Δέν εἶναι, δηλαδή, κανένας λεβέντης, ὁ ὁποῖος θέλει νά ἀλλάξει τόν κόσμο, πού τόν ἀλλάζει μέ τίς δικές του ἀπόψεις· οὔτε κἄν μέ χριστιανικές ἀπόψεις, ἄν δέν τίς ζεῖ τίς ἀπόψεις. Δέν ἀρκοῦν οἱ ἰδέες οἱ χριστιανικές γιά νά σώσουν τόν κόσμο, πρέπει νά ὑπάρχουν οἱ φορεῖς αὐτῶν τῶν πραγμάτων, πού οἱ ἰδέες θά γίνουν πράξη.

«Καί μονήν παρ᾽ αὐτῷ ποιήσομεν». Εἶναι πολύ σπουδαῖο αὐτό πού εἶπε ὁ Μέγας Βασίλειος καί τότε μπορεῖ νά ἀλλάξει ὁ κόσμος, ὅπως τό ἔκαναν οἱ ἅγιοι. Οἱ ἅγιοι ἀκριβῶς τό δέχτηκαν αὐτό τό γεγονός, ἔκαναν τήν ταπείνωση καί ὅλα αὐτά πού λέει πρίν ἀπό λίγο ὁ ἀπόστολος Παῦλος, μέσα ἀπό τά λόγια τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί ἦρθε ὁλόκληρη ἡ Ἁγία Τριάδα, «ἐγώ καί ὁ πατήρ» λέει «μονήν παρ᾽ αὐτῷ ποιήσομεν» καί κατοίκησε σέ αὐτούς. Καί ἐπειδή ἦταν ἄνθρωποι ἁγιοπνευματικοί πιά, ἄνθρωποι ἐκφραστές τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, μποροῦσαν πιά νά κάνουν κάτι ὀντολογικά γιά τή ζωή τοῦ κόσμου. Νά ἀλλάξει ὁ κόσμος πέρα ἀπό λόγια, πέρα ἀπό ἀντιπαλότητες καί πέρα ἀπό κούφιες ἑνωτικές διαθέσεις.

Εἶναι σπουδαία αὐτή ἡ ἱστορία πιά. Ἄρα ἡ εὐθύνη ἡ δική μας εἶναι σέ τέτοιες καταστάσεις, πού θέλουν νά φέρουν κάτι νέο στόν κόσμο, νά χαρακτηρίσουν νέες ἑνότητες. Δέν ὑπάρχουν νέες ἑνότητες, εἶναι μιά ἑνότητα τριαδιολογική τῆς ἀγάπης καί τῆς ταπεινώσεως πού περνάει πάνω στή ζωή μας, μέσα ἀπό τό γάμο, μέσα ἀπό τό μοναστήρι. Δέν ὑπάρχουν ἄλλες μορφές ἑνότητας. Νά τό καταλάβουν. Ἄν θέλουν νά φτιάξουν νέες μορφές ἑνότητας, δέν ὑπάρχουν, οὔτε θά βροῦν τίποτε ἄλλο. Εἶναι ὁ γάμος ἤ τό μοναστήρι ἤ ὁ εὐλογημένος ἄνθρωπος πού ἀσκεῖται θεοπρεπῶς καί ἀγαπάει τόν κόσμο, πέρα ἀπό αὐτό ἄν ὑπάρχει ἕνας πού δέν μπόρεσε νά παντρευτεῖ ἤ δέν ἔγινε μοναχός στό μοναστήρι του. Ἄν εἶναι ἄνθρωπος πού ἀγαπάει πραγματικά καί ζεῖ μέσα στόν κόσμο, ἀγαπώντας -αὐτές οἱ ἔκτακτες περιπτώσεις- καί γίνεται μονή παρά τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου. Δέν ὑπάρχει ἄλλη μορφή ἑνότητας.

«Ὅπως, λοιπόν, κατοικοῦμε πλησίον Του διά τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν, ἔτσι βρίσκεται καί ἐν μέσῳ τῶν δύο ἤ τριῶν, ἄν ἑτοιμαστοῦμε κατά τό θέλημα Αὐτοῦ». Ἐδῶ πέρα ἐξαντλεῖ πιά τό ἐρώτημα ὁλόκληρο καί λέει ἔτσι εἶναι ὁ Χριστός ἀνάμεσά μας, ὅπου γίνεται ἡ ζωή μας μονή ὁλόκληρη τῆς Ἁγίας Τριάδας καί ὁ Χριστός εἶναι μόνιμα ἀνάμεσά μας καί ἡ προοπτική μας εἶναι τί θέλει ἀπό ἐμᾶς ὁ Χριστός. Δέν θέλουμε τίποτε ἄλλο ἐμεῖς, δέν ἔχουμε ἄλλα θέλω δικά μας. Ὅσες φορές ὁ κόσμος εἶχε δικά του θέλω ἔγινε καταστροφή. Ἀκόμη καί ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας ἄν εἶχαν δικά τους θέλω, χωρίς νά καταλάβουν τί εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, καταστροφή ἔκαναν. Ἄν θέλω νά κάνω ἕνα καλό ἔργο καί ξεχνώντας ἄν αὐτό ἔτσι πρέπει νά γίνει, ἄν ἔτσι θά τό ἔκανε ὁ Χριστός, λάθος κάνουν. Ἀφορᾶ τούς πάντες αὐτό τό πράγμα.

Ἄρα χρειάζεται αὐτό πού ἔλεγα πάντοτε, αὐτή ἡ κάθαρση ἀπό τά πάθη, ὁ φωτισμός τοῦ νοός γιά νά ξέρουμε τί κάνουμε καί τότε γινόμαστε, μέ τή χάρη τοῦ Χριστοῦ, εὐεργέται τῶν ἀνθρώπων· γιατί ἀνοίγουμε τό δρόμο τῆς ἑνότητας καί τῆς ἀναπαύσεως τοῦ κόσμου· αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία, ἑνότητα καί ἀνάπαυση. Ἐνῶ ἡ διαστροφή, οὔτε ἀναπαύει τίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων ὅλων, οὔτε δημιουργεῖ ἑνότητα, γι᾽ αὐτό εἶναι διαστροφική. Αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία ἡ μεγάλη. Ἐνῶ βλέπετε ἡ Ἐκκλησία, μπορεῖ νά ἔχει ἀντιπάλους, πού δέν Τή θέλουν, ἀλλά δέν Τή θέλουν γιά λόγους ἰδεολογικούς. Δέν εἶναι θέμα γιατί ἐκεῖ δέν ἀναπαύτηκαν. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι χῶρος ἀναπαύσεως. Ὅ,τι ὅμως δημιουργεῖ μιά διαστροφή, ὅπου ὁ κόσμος πολύς ἤ λίγος δέν ἀναπαύεται, ἐδῶ δέν εἶναι σωστός τόπος. Ἄλλο δέν θέλω καί ἄλλο δέν ἀναπαύομαι, προσέξτε ἡ λέξη τῶν Πατέρων, ἀναπαύομαι λέει. Ἄλλο δέν θέλω καί ἄλλο δοκίμασα καί δέν ἀναπαύομαι. Ὅποιος δοκιμάσει πραγματικά τήν Ἐκκλησία καί τήν ἔζησε τήν Ἐκκλησία σωστά, ἀναπαύεται πάντοτε κοντά στό Χριστό καί ἐκεῖ εἶναι τό κριτήριο.

Νά πάω σέ μιά παράλληλη ἀκριβῶς ἔκφραση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, στό ἐρώτημα τό ἑπόμενο, τό 226, πού λέει: «Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει· ὀνειδιζόμενοι, εὐλογοῦμεν· βλασφημούμενοι, παρακαλοῦμεν· πῶς ὀφείλει νά εὐλογεῖ ὁ ὀνειδιζόμενος ἤ τί νά παρακαλεῖ ὁ βλασφημούμενος;». Ἔ, τώρα σέ αὐτό τό ἐρώτημα τοῦ ἀποστόλου Παύλου, πού εἶναι πάρα πολύ καίριο, πού λέει, ὅλοι αὐτοί μπορεῖ νά βρίζουν τήν Ἐκκλησία, νά κοροϊδεύουν τήν Ἐκκλησία καί λέει, στό πρωτότυπο, ἐμεῖς «λοιδορούμενοι, εὐλογοῦμεν καί βλασφημούμενοι, παρακαλοῦμεν». Ἀκοῦστε τήν ἰσορροπία: «Λοιδορούμενοι, εὐλογοῦμεν», μᾶς κοροϊδεύουν καί τούς εὐλογοῦμε. «Βλασφημούμενοι, παρακαλοῦμεν», μᾶς βλασφημοῦν καί ἐμεῖς προσευχόμαστε. Καί λέει ἐδῶ πέρα ὁ Μέγας Βασίλειος: «πῶς ὀφείλει νά εὐλογεῖ ὁ ὀνειδιζόμενος ἤ τί νά παρακαλεῖ ὁ βλασφημούμενος;». Ὑπάρχει τώρα αὐτή ἡ κατάσταση καί ὁ ἄλλος σοῦ λέει «εἶσαι γελοῖος, εἶσαι ἠλίθιος, εἶναι βλακεία αὐτά τά ὁποῖα κάνετε, εἶναι κουταμάρες αὐτά πού λέτε στόν κόσμο»· καί ἐδῶ λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί νά εὐλογοῦμεν καί νά παρακαλοῦμεν. Λέει ὁ Μέγας Βασίλειος ἀπαντώντας -βλέπετε ἀρχίζει ἡ θεραπευτική καί αὐτοῦ ἀκόμα πού σέ βρίζει. Γι᾽ αὐτό σᾶς εἶπα πρίν ἀπό λίγο, δέν τούς λέω διεστραμμένους, λέω διαστροφή τήν πράξη τους. Γιά νά ἀρχίσω τήν ἱστορία αὐτή τό «ὀνειδιζόμενοι, εὐλογοῦμεν καί βλασφημούμενοι, παρακαλοῦμεν» καί αὐτό τό ὅτι δέν τόν λέω διεστραμμένο καί ἐλπίζω ὅτι θά μετανιώσει, εἶναι στό χῶρο τοῦ «εὐλογοῦμεν» καί τοῦ «παρακαλοῦμεν». Δέν θεωρῶ ὅτι ἔχει τελειώσει ἡ ζωή του δηλαδή καί εἶναι ὁριστικά ἕνας διαβολοποιημένος ἄνθρωπος· κι αὐτό μιά προσευχή εἶναι κι αὐτό μιά παράκληση εἶναι καί αὐτό εἶναι μιά ἀποδοχή τῆς δυνατότητάς του νά ἀλλάξει ὁλόκληρη ἡ ζωή του. «Γενικῶς», λέει ὁ Μέγας Βασίλειος, «νομίζω ὅτι ὁ Ἀπόστολος μᾶς διδάσκει ἐδῶ, ἀπό τή δική του ἐμπειρία, ὅτι πρέπει νά εἴμεθα ἀνεξίκακοι πρός ὅλους» προσέξτε πρός ὅλους «καί νά ἀμείβομε μέ ἀγαθά τούς πονηρευομένους, ὥστε αὐτό νά γίνεται ὄχι μόνο μέ τόν ὀνειδίζοντα, ἀλλά καί μέ κάθε πονηρευόμενον, μέ τό νά πληροῦμε τά τῆς Γραφῆς. Μή νικᾶσαι ὑπό τοῦ κακοῦ, ἀλλά νίκα διά τοῦ ἀγαθοῦ τό κακόν. Ἀλλά τό παρακαλῶ», λέει, «θέτει ἡ Γραφή ὄχι κατά τή συνήθη χρήση τῆς λέξεως, ἀλλά πρός ἐνίσχυσιν τῆς καρδίας, ὥστε νά βεβαιωθεῖ περί τῆς ἀληθείας. Ὅπως εἰς τό παρακαλεῖτε τόν λαόν μου λέει ὁ Θεός καί ὁ ἀπόστολος δέ λέει, ἐπιποθῶ νά ἴδω ὑμᾶς γιά νά μεταδώσω σέ ὑμᾶς χάρισμα τι πνευματικόν πρός στήριξιν ὑμῶν. Τοῦτο δέ ἵνα συμπαρακληθῶμεν μεταξύ ἡμῶν διά τῆς κοινῆς πίστεως ὑμῶν καί ἐμοῦ. Καί ὁ Θεός παρεκάλεσεν, ὁ παρακαλῶν τούς ταπεινούς παρεκάλεσεν ἡμᾶς διά τῆς παρουσίας τοῦ Τίτου» λέει στό κείμενο τοῦ ἀποστόλου Παύλου.

Κάνει μιά πολύ σπουδαία ἐδῶ ἀνάλυση μέ αὐτές τίς δυό λέξεις. Τό πρῶτο εἶναι τό «εὐλογοῦμεν» καί μετά εἶναι τό «παρακαλοῦμεν». Βλέπετε τή δική μας ἀντίδραση ἤ ἀντίσταση, καταθέτουμε λόγο ἀληθείας γιά τά πράγματα, δέν λέμε ἔτσι εἶναι σωστά τά πράγματα πού γίνονται, ἀλλά ἡ πρακτική μας ἔκφραση σέ αὐτούς οἱ ὁποῖοι κάνουν αὐτή τή διαστροφή, τήν ὁποιαδήποτε διάδοση τέτοιων ἐννοιῶν δαιμονικῶν, μπαίνουμε στό «εὐλογοῦμεν» καί «παρακαλοῦμεν». Προτάσσει τό «εὐλογοῦμεν» καί μετά πάει στό «παρακαλοῦμεν». Εἶναι αὐτό καί μιά μικρή κλίμακα μέ δυό σκαλοπάτια. Τό «εὐλογοῦμεν» ἐδῶ πέρα τό ἐξήγησα ὅτι ἐμεῖς δέν ἔχουμε κάτι μαζί μέ αὐτούς τούς ἀνθρώπους καί ἔτσι τούς φερόμαστε μέ καλό τρόπο, δηλαδή δέν τούς κάνουμε κάτι κακό, δέν ἐπιδιώκουμε τό κακό τους. Ἄλλο πού ἔχω αὐτή τή θέση τῶν πραγμάτων, γιατί εἶναι βιβλική θέση καί δέν εἶναι δική μου θέση κι ἄλλο τό ὅτι ἐγώ «εὐλογοῦμεν». Δέν παύω νά εὐλογῶ ὅλο τόν κόσμο.

Εὐλογία τί εἶναι; Μιά θεραπευτική κίνηση τῆς Ἐκκλησίας πρός τό λαό Της. Ὁ Θεός τή δίνει τήν εὐλογία. Εὖ-λόγος. Νά βρεῖ τήν αἰτία του, τήν καλή αἰτία του. Ἄρα ἡ Ἐκκλησία ὁποιονδήποτε βρεῖ ἐδῶ πέρα, νά δίνει μιά διαστροφή πού ἔχασε τήν αἰτία τῆς ζωῆς του, πρέπει νά τόν εὐ-λογήσει. Εὖ-λογῶ. Εὐλογῶ, τοῦ δίνω καλό λόγο, καλή αἰτία. Βλέπετε τήν ἱστορία αὐτή; Δέν παύω δηλαδή νά λέω, εὔχομαι νά βρεῖς τό σκοπό τῆς ζωῆς σου. Αὐτό σημαίνει εὐλογῶ. Ὄχι σέ εὐλογῶ παιδί μου, γιά νά γίνει κάτι καλό στή ζωή σου, νά κερδίσεις χρήματα. Αὐτοί θέλουν νά εὐλογηθοῦν καί ἀπό τήν Ἐκκλησία, γι᾽ αὐτό τό λέω. Ζητοῦν καί ἡ Ἐκκλησία νά τούς εὐλογεῖ τώρα. Γιατί νά σέ εὐλογήσω; Ἐγώ σέ εὐλογῶ, ἀλλά μέ ἄλλο τρόπο. Ἐσύ θέλεις νά σέ εὐλογήσω γιά νά κάνεις νόμο τήν ἁμαρτία σου· κι ἐγώ θέλω νά σέ εὐλογήσω καί σέ εὐλογῶ πάντοτε, γιά νά βρεῖς σκοπό τῆς ζωῆς σου, γιατί ὁ σκοπός τῆς ζωῆς σου μέσα ἀπό τέτοιο πράγμα δέν θά βρεθεῖ. Βλέπετε εἶναι ἄλλη προοπτική. Δηλαδή ἀπαντῶ στήν ἀπαίτησή τους τώρα, πού λένε, ἤδη ἡ ἐκκλησία στήν τάδε χώρα εὐλογεῖ τό «γάμο» τῶν ὁμοφυλοφίλων. Τί εὐλογεῖ; Τούς δαιμονίζει τούς ἀνθρώπους, δέν τούς εὐλογεῖ. Σωστά πράγματα εἶναι αὐτά; Τό εἶπαν, τό λένε συνέχεια, πότε ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θά γίνει τόσο προχωρημένη, νά εὐλογήσει τούς ὁμοφυλοφίλους. Εἶναι πιά ἔλλειμμα ἐγκεφάλου, δέν μπορῶ νά πῶ κάτι ἄλλο. Δέν θά μοῦ πεῖς ἐμένα τί θά κάνω, ναί ἐγώ σέ εὐλογῶ, δέν εὐλογῶ ὅμως τήν τραγωδία σου· εὐλογῶ τή θεραπεία σου καί εὐλογῶ νά βρεῖς τό δρόμο σου. Λένε ἡ Ἐκκλησία δέν μᾶς εὐλογεῖ, μᾶς θεωρεῖ καταραμένους ἐμᾶς, μᾶς ἀποκλείει· νά ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἀποκλεισμοῦ καί τῆς ἱερᾶς ἐξετάσεως. Μά τί λένε; Ὅ,τι τούς κατέβει στό κεφάλι θά λένε; Ναί σέ εὐλογῶ, γιά νά ἀλλάξει τό μυαλό σου καί νά θεραπευτεῖς δηλαδή, νά βρεῖς τόν τρόπο τῆς ζωῆς σου. Νά εὐλογήσω αὐτό τό ὁποῖο σκέπτεσαι; Σάν νά πεῖ τό παιδί σου, μαμά θέλω νά πάω νά κλέψω τσίχλες ἀπό τό περίπτερο, μέ εὐλογεῖς; Τί θά τοῦ πεῖς; Μπράβο παιδάκι μου, σέ εὐλογῶ. Καί θά πεῖ, τί μαμά εἶσαι ἐσύ πού δέν μέ εὐλογεῖς; Καταραμένο μέ θέλεις, ἔ;

Αὐτή τήν κουβέντα θέλουν καί ὁ λαός πού δέν ξέρει πολλά ἀπό τέτοια πράγματα -θά πρέπει νά ξέρει δυό πράγματα- τά ἀκούει ἔτσι καί λέει «δές ἡ Ἐκκλησία τώρα», «ἔ, ἄνθρωποι εἶναι καί αὐτοί, τί νά κάνουμε;», «ἕνα ἐλάττωμα, ἕνα κουσούρι ἔχουν». Γνωστή ἐκκλησιαστική λέξη. Γιά ἕνα κουσούρι τώρα, γιά ἕνα κουσούρι τώρα; Τί κουσούρι, καλέ; Κουσούρι εἶναι αὐτό; Μιλᾶμε γιά κουσούρι; Διαστροφή τῆς κοινωνίας ὁλόκληρης εἶναι. Εἶναι τόσο μικρό τό ἐλάττωμα; Εἶναι δυνατόν; «Μά ξέρεις εἶναι προσωπικά τά δεδομένα» λέει. Εἶναι προσωπικό τό δεδομένο του, εἶναι μιά δική του ἰδιότητα. Θέλει νά εἶναι ὑπουργός, γραμματέας, καθηγητής πανεπιστημίου καί νά ἔχει καί αὐτό τό κουσούρι. Εἶναι ξέρω νόμος, αὐτός ὁ γνωστός, περί προσωπικῶν δικαιωμάτων. Εἶναι πολύ καλός σέ αὐτό τό ἐπάγγελμα. Ἄ, δέν ἔχω καμιά ἀντίρρηση, παρόλο πού ἔχω νά ἀντείπω καί ἐδῶ κάτι. Ὅτι ἐφόσον ἔχει αὐτό τό κουσούρι δηλαδή, καί εἶναι ἀπό τά προσωπικά δεδομένα πού δέν πρέπει νά παρουσιαστεῖ καί δέν πρέπει νά κολλήσει τό ἔργο του ὡς καθηγητοῦ στήν ἕδρα ἤ ὡς ὑπουργοῦ στό ὑπουργεῖο. Ἕνα πράγμα εἶμαι ἐγώ σίγουρος, ξέροντας τή θεραπευτική τῆς Ἐκκλησίας μας: αὐτός ἔχει θολωμένο μυαλό, ἐφόσον ζεῖ μιά διαστροφή, ἐπειδή εἶναι αὐτό κάτι ἰδιωτικό του. Δέν τό λέει πουθενά, δέν τό δημοσιεύει, δέν τό διαφημίζει ὅπως οἱ ἄλλοι, πού εἶναι οἱ συνδικαλιστές τῆς ἱστορίας αὐτῆς. Καθόλου. Τό κρύβει γιά τόν ἑαυτό του. Δέν μπορεῖ νά εἶναι καλός ὑπουργός οὔτε μπορεῖ νά εἶναι καλός καθηγητής -κατά τά μέτρα τῆς ὁλότητας δηλαδή, τοῦ ὁλοκληρωτικοῦ κοιτάγματος- γιατί δέν ἔχει καθαρό μυαλό. Δέν εἶναι τά πράγματα τόσο ἁπλά.

Φανταστεῖτε δηλαδή νά συζητούσαμε καί νά λέγαμε, ἕνας ἀρχιμανδρίτης ἔχει ἕνα κουσούρι τέτοιο, δέν τό λέει σέ κανένα, τό κρατάει γιά τόν ἑαυτό του· ἔχει τό προσωπικό δικαίωμα νά τό κάνει. Διαστροφή θά ἦταν αὐτό. Κάπου ἀκούστηκε κάτι τέτοιο, κάτι τέτοιο ἀκούστηκε, μέ μιά μικρή ἐγκύκλιο, δέν θέλω νά πῶ πολλά πράγματα. Κάτι, κάτι ἀκούστηκε. Τί θά γίνει δηλαδή; Θά ἔχουν κουσούρια καί αὐτοί; Ἀκόμα πιό βαθύ, ἐάν εἶναι ἐκκλησιαστικό δηλαδή. Εἶναι δυνατό; Ὁ ὑπουργός δέν ἔχει τέτοια δογματική, λέει ἐγώ θά εἶμαι ὑπουργός, θά εἶμαι ἕνας τέτοιος, θά κάνω καλά τό ἔργο μου, θά εἶμαι ὑπουργός τάδε καί τά λοιπά. Δέν γίνεται, δέν ἔχει σταθερό μυαλό. Πόσῳ μᾶλλον νά πεῖ ἡ Ἐκκλησία ἔχω μερικούς ἀρχιμανδρίτες πού ἔχουν κουσούρια τέτοια. Εἶναι προσωπική τους ἐρωτική ζωή, δέν μπορῶ νά τούς πῶ τίποτα. Εἶναι ἀξιόλογοι, εἶναι πολύ καλοί ἱεροκήρυκες, κάνουν πολύ καλό φιλανθρωπικό ἔργο. Μά τί τρέλα εἶναι αὐτή; Εἶναι ἀνόητο τό Πηδάλιο, δηλαδή; -τό ὁποῖο λέει «αὐτός ὁ ὁποῖος ἀνακαλύπτεται νά ἔχει ἕνα τέτοιο πράγμα, καθαιρεῖται γιά τό καλό τοῦ λαοῦ καί γιά τό καλό τῆς ψυχῆς του». Ἡ Ἐκκλησία δέν τιμωρεῖ, τό ξέρετε, ἀπό τό Πηδάλιο αὐτό λέμε. Θέλει νά θεραπεύσει καί τόν ἁμαρτάνοντα καί τόν περίγυρό του, δηλαδή. Δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνα κουσούρι πού εἶναι προσωπικό του. Στήν Ἐκκλησία δέν ἔχουμε «εἶναι προσωπικό δεδομένο, ἀφῆστε με νά τό ἔχω· νά ἔχω ἕνα προσωπικό ἐρωτικό βίτσιο καί νά εἶμαι ἕνας πολύ καλός ἱεροκήρυκας». Νά σᾶς λείψει ὁ ἱεροκήρυκας ἀπό τήν ἐνορία σας; Νά σᾶς λείψει αὐτός πού τρέφει τόσους φτωχούς; Νά σᾶς λείψει αὐτός πού εἶναι τόσο καλός σέ τόσα-τόσα καλά; Μά πῶς θά σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος; Ἄς μήν ἀκούσουν ὁλόκληρες γειτονιές κήρυγμα· καί νά μή φᾶνε οἱ πεινασμένοι φαγητό, ἄν αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν πρόκειται νά σωθεῖ. Ἔτσι μετρᾶμε; Μέ ἀριθμητικά μέσα; Αὐτό, κάτι πῆγε νά γίνει γύρω ἀπό αὐτή τήν ἱστορία. Καί σηκώθηκε ἕνας ἄλλος ἱεράρχης καί εἶπε: «τί τρέλες λέτε τώρα ἐκεῖ πέρα; Τί θά πεῖτε ἐκεῖ πέρα;». Μιά ἱστορία γιά δραματικές καταστάσεις εἶναι αὐτή, ἀλλά δέν μποροῦμε νά δεχόμαστε αὐτά, τουλάχιστον μέσα στό χῶρο τῆς δικῆς μας ζωῆς καί τῆς Ἐκκλησίας. Δέν ὑπάρχουν ἐδῶ πέρα προσωπικά δεδομένα. Τό Πηδάλιο εἶναι σαφές, εἶναι θεραπευτικό. Ἐγώ δέν θέλω νά τιμωρηθεῖ κανείς, ἀλλά θέλω νά χρησιμοποιηθεῖ τό Πηδάλιο, γιά θεραπεία τοῦ ἁμαρτάνοντος καί τοῦ λαοῦ· αὐτό μήν τό ξεχνᾶμε. Ὅταν ὅλα αὐτά τά ξεχάσουμε, καταλήγουμε πιά σέ τέτοιες κοσμικές καταστάσεις.

Καί βλέπετε ἦταν τό πρῶτο αὐτό τό στοιχεῖο τό «εὐλογοῦμεν», πού δέν μποροῦμε νά εὐλογήσουμε κανέναν τέτοιο «γάμο» διαστροφικό καί μετά πᾶμε στό ἄλλο τό στοιχεῖο, αὐτό τό στοιχεῖο τό «παρακαλοῦμεν», πού τόσο ὡραῖα τό ἀναλύει ἐδῶ πέρα ὁ ἀπόστολος Παῦλος· πού εἶναι θέμα καρδιᾶς λέει τό «παρακαλοῦμεν», πρός ἐνίσχυσιν καρδίας, ὥστε νά βεβαιωθεῖ περί τῆς ἀληθείας. «Παρακαλεῖτε τόν λαόν μου» λέει ὁ Θεός. Βλέπετε; Νά στερεωθεῖ ὁ λαός στήν καρδιά του, νά ἔχει «παρακαλοῦμεν», νά στερεωθοῦν, νά ἔχουν παράκληση. Παράκλητος εἶναι τό Ἅγιο τό Πνεῦμα. Γι᾽ αὐτό ἐμεῖς τήν ὥρα πού μᾶς διώκουν, τήν ὥρα πού μᾶς ὀνειδίζουν, ἐμεῖς παρακαλοῦμεν. Βλασφημούμενοι, παρακαλοῦμεν. Μᾶς βλασφημεῖ καί ἐμεῖς τί παρακαλοῦμεν; Δέν παρακαλοῦμε, σέ παρακαλῶ μήν βλασφημεῖς, δέν λέμε τέτοιο πράγμα. Ἐμεῖς παρακαλοῦμε νά ἔρθει ὁ Παράκλητος πάνω του κι ὅπως ἔρθει ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νά φωτίσει τόν ἄνθρωπο καί νά ἀλλάξει ζωή· γι᾽ αὐτό ἐμεῖς βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν.

Καί εὐλογοῦμε, λοιπόν, ὄχι τό «γάμο» του καί εὐλογοῦμε τόν ἄνθρωπο νά βρεῖ τό σκοπό τῆς ζωῆς του καί βλασφημούμενοι, πού γελᾶνε μαζί μας γιά τίς ντεμοντέ ἀντιλήψεις πού ἔχουμε -ἔτσι μοῦ εἶπαν κάποιοι «ἔχετε πολύ καθυστερημένες ἰδέες, πάτερ, ἀνήκετε στόν τρίτο αἰώνα». Λέω «κι ἄν ἦταν στόν τέταρτο πείραζε; Θά ἤμουν μέ τόν ἅγιο Χρυσόστομο. Καλά θά ἤμουν καί τότε». Καί μοῦ λέει: «μή μᾶς φέρνεις πιό κοντά στό σήμερα». Μά τί λέτε, καλέ; Τέτοιες τρέλες ἀκούω κάθε μέρα, τέτοιες τρέλες ἀκούω. Καί πῶς περνᾶνε οἱ τρέλες; Μερικά πράγματα θεωροῦνται πιά αὐτονόητα καί ἐμεῖς πού λέμε κάτι ἄλλο μᾶς θεωροῦν ντεμοντέ. Δέν μέ πειράζει νά εἶμαι ντεμοντέ, δέν μέ θίγει καί τό χαίρομαι πάρα πολύ. Ἐξάλλου τά ροῦχα πού βλέπετε εἶναι ντεμοντέ, φοράω τά ράσα τῆς παλιᾶς ἐποχῆς, δέν μέ πειράζει. Εἶμαι δηλωμένος ντεμοντέ. Σύμφωνοι; Ἀλλά ζῶ στή σημερινή ἐποχή καί πρέπει αὐτό πού λένε ἐκεῖνοι εἶναι ντεμοντέ, νά τό κάνω σήμερα βαθιά θεραπευτικό. Καί ἄν ἡ θεραπευτική μου εἶναι πολύ σύγχρονη γιά τίς δεκάδες ψυχασθένειες καί τά γεμάτα ψυχιατρεῖα, νά ρωτήσω: γιατί εἶμαι ντεμοντέ ἐγώ; Ἄν ἔχω θεραπευτικές προτάσεις γιά ὅλους αὐτούς, πού εἶναι μαζεμένοι γύρω στό χῶρο μου, μέ τά χαπάκια καί τό χῶρο τῆς θεραπείας τῆς ψυχασθένειας, νά ρωτήσω, γιατί εἶμαι ἐγώ ντεμοντέ; Ἐπειδή βλέπουν τά ροῦχα μου καί βλέπουν τίς εἰκόνες μου τῆς Ἐκκλησίας μου; Ἐπειδή φέρω μιά βαθιά παράδοση πάνω στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μου; Αὐτό πού κάνουμε σάν πράξη ζωῆς νά ρωτήσουν. Ἄν ἡ Ἐκκλησία δέν ἔκανε τίποτε καί στεκόταν νά συντηρεῖ καί νά διατηρεῖ παραδόσεις, θά εἶχαν δίκαιο ὅτι εἴμαστε ντεμοντέ. Ζοῦμε μέ τρόπους παλιούς, φορᾶμε παλιά ροῦχα, φορᾶμε τά ἄμφια, μιά παράδοση, τή Λειτουργία τοῦ Χρυσοστόμου καί τά λοιπά, αὐτά πού γράφτηκαν πρίν ἀπό δέκα καί δεκαπέντε αἰῶνες, θά ἤμασταν ντεμοντέ. Ὅλα αὐτά τί εἶναι ὅμως; Αὐτό εἶναι ἕνα ἐξωτερικό περίβλημα, μέσα στό ὁποῖο λειτουργεῖται μιά ζωντανή θεραπευτική τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐάν αὐτό τό ξεχάσουμε, εἴμαστε ντεμοντέ πραγματικά καί ἐκεῖ αὐτοαναιρούμεθα ἐμεῖς. Μιλᾶμε ἁπλῶς λόγια κουφά, δέν δίνουμε ἀπαντήσεις στό λαό μας, δέν θεραπεύουμε τό λαό μας καί τότε εἴμαστε ντεμοντέ καί δέν ἔχουμε λόγο γιά τά πράγματα. Καί ὅλα αὐτά σᾶς τά λέω γιατί τά ζῶ αὐτές τίς μέρες· «εἶστε ντεμοντέ», «δέν καταλάβατε τίς νέες ἀντιλήψεις», ὅτι σήμερα μιά νέα ἀντίληψη εἶναι ὅτι οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νά εἶναι καί ὁμοφυλόφιλοι. Λέω «καί ὁ Θεός ἀφοῦ τό ἤξερε γιατί ἔκανε τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα καί δέν ἔκανε δυό ἄνδρες νά εἶναι ὁμοφυλόφιλοι, γιατί δέν τό ἔκανε αὐτό;». «Ἔ, μή μοῦ λές τώρα πώς τούς ἔφτιαξε ὁ Θεός» λέει. «Ὑπάρχει καί ἡ νέα ἀντίληψη» μοῦ λέει. «Δέν ὑπῆρχε Ἀδάμ καί Εὔα, ἦταν σύμβολα». Ὡραῖα, δηλαδή τά φαντάσματα ἔκαναν τόν Κάιν, τόν Ἄβελ, τίς οἰκογένειες καί τά λοιπά· τά λένε καί θεολόγοι τώρα. Μιά τρέλα ἀπίθανη! Ἀπό ποῦ νά πιάσεις; Ἀπό παντοῦ μπάζει τό πλοῖο δηλαδή! Καί πρέπει νά μαζεύεις τά νερά, ἀλλά τί νά κάνουμε; Τουλάχιστον νά εἴμαστε ντεμοντέ καί νά θεραπεύουμε μέ σύγχρονες μεθοδολογίες, πού δέν τίς ἔχουν ὅλοι οἱ σύγχρονοι θεραπευτές, πού ἀφήνουν τούς ἀνθρώπους γεμάτους μέ χαπάκια νά σέρνονται μεταξύ ψυχιατρείου καί μεταξύ ὕπνου καί ὑπνηλίας. Τίποτα ἄλλο.

Ἄν ἔχουν ἀπαντήσεις νά μοῦ τό ποῦνε. Ἔτσι, λοιπόν, δέχομαι τόν ὅρο ντεμοντέ καί ὅλα τά σχετικά, τά δέχομαι. Κατά τά ἄλλα ἐπιτρέψτε μου νά φορῶ παπούτσια Clarks καί νά μήν εἶμαι ντεμοντέ, γιά νά πῶ δέν εἶμαι ντεμοντέ. Δέν εἶναι ἔτσι; Κάτι εἶναι κι αὐτό, κάτι, μέ διασώζει καί αὐτό, ἔτσι; Τό ρολόι μου εἶναι Swatch, προσέξτε, μήν τό ξεχνᾶτε αὐτό. Δέν εἶμαι ντεμοντέ ἀπό αὐτό καί μόνο. Δέν μέ σώζει αὐτό, ἀλλά ὁ τρόπος τῆς Ἐκκλησίας πού θεραπεύει τό λαό της· εἶναι τό πιό σύγχρονο καί τό πιό ἐπίκαιρο. Ἔτσι, λοιπόν, ἐμεῖς «βλασφημούμενοι, παρακαλοῦμεν».

Καί πρίν νά ὁλοκληρώσω τή σημερινή μας ἀνάλυση, νά πῶ κάτι πού ἀφορᾶ ὅλη αὐτή τήν ἱστορία. Γιατί λέει, τό ἀκούσαμε αὐτές τίς ἡμέρες «καλά, τό πολύ-πολύ, ἄν ἔχουν κάποιο πρόβλημα αὐτοί, νά τό ρωτήσουν σέ κάποιον εἰδικό. Ἐσύ λές ὅτι αὐτοί εἶναι προβληματικοί, ἐπειδή ζοῦν μιά διαστροφή. Βεβαίως, ἄν εἶναι ἔτσι, ἄν εἶναι ἔτσι ὅπως τό λές -ἄς ἀκούσουμε καί κάτι ἀπό αὐτό πού λές- ἔ, τότε νά πᾶνε σέ κάποιον εἰδικό καί νά ποῦν αὐτό τό ὁποῖο ἔχουν νά ποῦν. Νά δοῦμε θά τούς πεῖ εἶναι ἔτσι ἤ ὄχι;». Καί ἔρχεται ἐδῶ πέρα ὁ Ὅρος 229, τό ἐρώτημα 229 τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Τό ἐρώτημα εἶναι ὡς ἑξῆς: «Εἰ χρή τάς ἀπηγορευμένας πράξεις ἀνεπαισχυντότερον ἐξαγορεύειν πᾶσιν, ἤ τισί, καί ποίοις τούτοις», εἶναι αὐτές πού εἶναι οἱ πράξεις οἱ ἀπαγορευμένες καί ἀναίσχυντες· νά μπορεῖς νά τίς ἐξαγορεύεις, νά τίς λές. Ἀγορεύω, ἐξ-ἀγορεύω. Ἀγορεύω, λέω ἐξ, ἐκτός, τό βγάζω ἔξω μου, αὐτό σημαίνει ἐξαγορεύω. «Πᾶσιν, ἤ τισί, καί ποίοις τούτοις». Ἄν αὐτό πού ἔχεις μέσα σου καί σοῦ λέει κάποιος εἶναι πάθος καί λές δέν εἶναι πάθος καί λέει, ἄντε, ἄς δεχθῶ τήν κουβέντα σου. Νά πᾶνε νά τό ποῦν σέ ἕναν εἰδικό, λέει. Ἐσύ τί λές, νά τό πεῖ σέ ἕναν εἰδικό; Θά τοῦ πῶ, ὄχι. Γιατί ποιός εἶναι εἰδικός, δηλαδή; Ἐγώ ἀκολουθῶ τό Μέγα Βασίλειο· λέει ὁ μόνος εἰδικός εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος «ἐξαγόρευσις τῶν ἁμαρτημάτων γίνεσθαι ὀφείλει ἐπί τῶν δυναμένων θεραπεύειν, κατά τό γεγραμμένον· ὑμεῖς οἱ δυνατοί, τά ἀσθενήματα τῶν ἀδυνάτων βαστάζειν· τουτέστι, αἴρετε διά τῆς ἐπιμελείας»· θά τό λές αὐτό, θά τό ἐξαγορεύεις, ὅπου ὑπάρχει χῶρος, δυνατότητα θεραπείας. Ὄχι νά τό κουβεντιάσεις, νά πεῖς εἶμαι ἔτσι καί αὐτοί οἱ παπάδες μοῦ λένε ὅτι ζῶ μιά διαστροφή, ἔτσι εἶναι; Τί θά σοῦ πεῖ ὁ ἄλλος; Καί νά σοῦ πεῖ εἶναι κακό πράγμα, πάλι δέν κάνει τίποτα. Μπορεῖ νά θεραπεύσει; Ἐδῶ εἶναι τό ἐρώτημα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.

Αὐτά μποροῦν νά ἀναλυθοῦν μόνο ἀπό τό χῶρο τῆς θεραπευτικῆς καί ὁ μόνος χῶρος πού ἔχει θεραπευτική εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ὁ μόνος χῶρος. Γιατί καί ἄλλοι ἄνθρωποι, ἄς τό πῶ ἔτσι, ἀνθρώπινα, λογικά σκεπτόμενοι, λένε: «τί πράγματα εἶναι αὐτά πού μᾶς περνᾶνε τώρα;». Κριτική κάνουν· ἔχουν ἐργαλεῖα θεραπείας; Αὐτή εἶναι ἡ ἱστορία. Νά φανταστεῖτε ὅτι ἕνας χῶρος ἰατρικῆς λέει, τί τρέλες εἶναι αὐτές; Ἔχουν τρόπο θεραπείας; Ἐφόσον τό θέμα, προσέξτε, δέν εἶναι σωματικό. Δέν εἶναι σωματικό, δέν εἶναι ὅπως λένε: «ἐμεῖς τό εἴχαμε ἔτσι προκαθορισμένο, εἶναι γενετικός κώδικας», δέν εἶναι αὐτή ἡ ἱστορία. Εἶναι ἐπίκτητο ψυχικό. Πῶς θά τό θεραπεύσουν; Βλέπετε; Οὔτε αὐτοί πού πραγματικά κάνουν μιά κριτική, δέν μποροῦν νά θεραπεύσουν. Ὁ Μέγας Βασίλειος εἶναι καθαρός ἐδῶ καί λέει: «αὐτό μπορεῖ νά ἀναφερθεῖ μόνο στό χῶρο πού μπορεῖ νά γίνει θεραπεία»· καί ἡ θεραπεία ὑπάρχει· καί ἡ θεραπεία γίνεται· καί ἡ θεραπεία εἶναι ὑπαρκτή· καί εἶναι ἐφαρμοσμένη καί ἐφαρμόσιμη. Ὅποιος ἐφαρμόσει ἀκριβῶς τή θεραπευτική τῆς Ἐκκλησίας μας θεραπεύεται· καί μόνο ἄν ξεκινήσει ἀπό τή ρίζα, γιατί εἶναι ἔτσι αὐτός ὁ ἄνθρωπος. Ἀλίμονο ἄν ξεκινήσεις καί πεῖς, εἶναι γενετικός προκαθορισμός, ἔχασες τά πάντα, εἶναι μιά ἱστορία τελειωμένη. Ἀφοῦ εἶναι γενετικός προκαθορισμός, εἶναι προκαθορισμένη ἡ ἁμαρτία του, τόν προκαθόρισε ὁ Θεός. Εἶναι λάθος, εἶναι αἵρεση. Εἶναι μιά ἐπίκτητη κατάσταση διαστροφῆς, ἡ ὁποία θεραπεύεται. Καί θά ξεκινήσεις ἀπό τά κέντρα. Ἐφόσον εἶναι βίτσιο σωματικῆς ἐπιθυμίας, θά ξεκινήσεις ἀπό τό τί εἶναι βίτσιο καί θά ξεκινήσεις ἀπό τά περιφερειακά τά βίτσια τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ καί θά πᾶς στό κέντρο.

Ἡ Ἐκκλησία ἔχει θεραπευτική. Ἀρκεῖ νά ἔχει τή σοφία τῆς παραδόσεώς Της καί νά χρησιμοποιήσει τά ὄργανα τῆς θεραπείας. Μή μοῦ λένε ἐμένα, λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία μόνο λόγια λέει. Ἔχει θεραπευτική ἡ Ἐκκλησία. Φυσικά θά τό ἐξομολογηθεῖ, ἀλλά πρέπει νά γίνει καί θεραπευτική πάνω στόν ἄνθρωπο αὐτό. Ὑπάρχει τρόπος καί εἶναι ὁ μόνος τρόπος αὐτός πού λέει ἐδῶ ὁ Μέγας Βασίλειος.

Ἄρα δέν εἶναι θέμα κουβέντας, νά τό κάνεις μιά κουβέντα, νά κάνεις μιά ψυχανάλυση, νά σοῦ βρεῖ ὁ ψυχαναλυτής, γιατί κατέληξες ἐκεῖ· κι ἄν ἀκόμα ὁ ψυχαναλυτής δέχεται ὅτι εἶναι ἐπίκτητο θά ἀρχίσει τίς ἀναλύσεις τώρα, γιατί καί τά λοιπά. Εἶδε μιά πράξη κάποτε, κάποιος τόν πείραξε κάποτε, θά κάνει μιά ἀναδρομή γιά χρόνια, θά κάνει ἀναλύσεις ἐκεῖ πέρα καί τό βρῆκε· καί βρῆκε, παιδάκι μου [ὅτι] κατέληξε ἐκεῖ γιατί συνέβη κάτι στήν ἡλικία πού ἦταν ἑφτά, ὀχτώ, ἐννιά, δέκα χρονῶν. Ἔτσι λέει, ὁ πρόεδρος τῶν ὁμοφυλοφίλων, ὅτι: «κάποιος, κάποτε, μέ πείραξε καί ἐκεῖ κατέληξα». Ὁ ἴδιος δηλαδή ὁμολογεῖ ὅτι εἶναι ἐπίκτητο καί οἱ περισσότεροι αὐτό λένε. Τό ὁμολόγησε αὐτό τό πράγμα. Ὁ ψυχαναλυτής, μπορεῖ νά θεραπεύσει;

Ἀλλά ἡ ἱστορία εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει λόγο καί ὑπάρχει θεραπευτική, ἀρκεῖ νά ξεκινήσει ἀπό: ποῦ εἶναι ἡ ἐπιθυμία καί τό βίτσιο. Ἐκεῖ εἶναι ἡ μεγάλη δουλειά πού κάνει ἡ Ἐκκλησία μας, ἀκριβῶς στήν κάθαρση ἀπό τά πάθη καί ἐκεῖ θά στραφοῦμε, πού εἶναι μιά ἱστορία πολύ παλιά τῆς Ἐκκλησίας μας καί ἔχει συνεχιζόμενο κάλλος· γι᾽ αὐτό δέν ἀκούω καμία κουβέντα σέ αὐτά τά θέματα, δηλαδή εἶμαι ἀπόλυτος, τόσο πολύ, ἐπιτρέψτε μου, νά εἶμαι ἀπόλυτος. Ἀφοῦ βλέπεις ἡ Ἐκκλησία ἔχει λόγο καί ἔχει θεραπεία· ἀρκεῖ νά τό ξέρουμε ὅτι ἔχουμε λόγο. Οὔτε νά λέμε «ἔτσι εἶναι οἱ ἄνθρωποι, τί νά κάνουμε, σήμερα ἐκεῖ καταλήξανε, ἄ, τούς ἄθλιους» καί τά λοιπά. Δέν εἶπα οἱ ἄθλιοι, δέν τούς εἶπα διεστραμμένους. Εἶπα διαστροφή μόνο, προσέξτε, γιατί περιμένω τόν ἄνθρωπο πού εἶναι ἀσθενής νά τόν θεραπεύσουμε. Δέν μπορῶ νά τόν κυνηγάω, νά τόν δέρνω· καί αὐτός πού δέν μετανιώνει, εἶναι μιά προοπτική μετανοίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀνοιχτή σέ αὐτόν τόν ἄνθρωπο, δέν τόν διώχνει. Δέν μπορεῖ νά τόν παντρέψει ὅμως· καί δέν μπορεῖ νά δεχθεῖ ὅτι αὐτός μπορεῖ νά μετέχει στήν Ἐκκλησία, νά μεταλαμβάνει, ἀφοῦ δέν δέχεται Χριστό. Ἀφοῦ δέν θέλει νά θεραπευτεῖ, πῶς θά πάρει Χριστό, πού εἶναι ἀκριβῶς ὁ δρόμος τῆς θεραπείας· φάρμακο ἀθανασίας εἶναι ἡ θεία Κοινωνία.

Κάπως ἔτσι θέλω νά ὁρίσω αὐτήν τήν ἐπικαιρότητα, ἀξιοποιώντας ὅπως κάνουμε πάντοτε τήν ἀκραία ἐπικαιρότητα καί τοῦ Πηδαλίου, ἀλλά καί τῶν Ὅρων κατ᾽ ἐπιτομήν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί φυσικά νά σᾶς θυμίσω, γιατί μερικοί λένε: «ποῦ τό λέει ἡ Ἁγία Γραφή;». Ἕνα σωρό φράσεις ἔχει ἡ Ἁγία Γραφή γιά τήν ἀρσενοκοιτία ἤ γιά τή μορφή τῆς ὁμοφυλοφιλίας· καί μάλιστα τό τελευταῖο κεφάλαιο τῆς Ἀποκαλύψεως ἔτσι τελειώνει, ἔξω οἱ μοιχοί, οἱ πόρνοι καί οἱ ἀρσενοκοῖτες. Τό ὁρίζει σάν καίριο σημεῖο διαστροφῆς, μή θεραπευτικῆς, δηλαδή, κοινωνικῆς ἐκφράσεως. Ἕνας ὁ ὁποῖος κλείνεται στόν ἑαυτό του, σέ ἕνα βίτσιο του, δέν μπορεῖ πιά νά ἀγαπήσει, νά ἀφεθεῖ μές στήν κοινωνία, νά καταλάβει τόν ἄλλο καί διαστρέφεται ὅλη ἡ κοινωνία. Δέν εἶναι δικό μου πιά τό βίτσιο, ἀλλάζει μιά ὁλόκληρη ψυχολογία τῆς κοινωνίας. Δέν τό καταλαβαίνετε αὐτό; Δηλαδή, μιά αὔξηση αὐτοῦ τοῦ πάθους, θά φέρει ἀνθρώπους τελείως ἰδιοτελεῖς, πού κινοῦνται μόνο μέ σαρκικές ἐπιθυμίες καί θέλουν νά χρησιμοποιοῦν τούς ἄλλους. Τό ἴδιο πράγμα ὑπάρχει καί στήν ἐλεύθερη σεξουαλικότητα, εἶναι ἴδιο τό μοντέλο, ἴδιο τό μοντέλο εἶναι. Τό ἄλλο ἤδη τό δέχθηκαν οἱ περισσότεροι -γιατί συμβαίνει, ἐντάξει, ἔχει καί δυό γυναῖκες καί τρεῖς, καί τί νά κάνουμε; Φτάνουμε τώρα σέ πιό προχωρημένη κατάσταση, ὅπου τά παιδιά μας διαστρέφονται καίρια καί προβάλλεται συνέχεια αὐτό τό φαινόμενο, σάν μοντέρνο καί νέο φαινόμενο -καί εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἔτσι, δέν ἔχουν τίποτε, εἶναι ὑγιεῖς ἄνθρωποι, μπορεῖ νά εἶναι καί καθηγητές καί τά λοιπά. Ἐγώ θά φοβόμουν τό παιδί μου, ἄν εἶχα παιδί, νά τό ἔδινα σέ ἕναν δάσκαλο πού εἶναι ὁμοφυλόφιλος, κι ἄς ἦταν τέλειος δάσκαλος, γιατί θά ἤξερα ὅτι ἔχει θολωμένο μυαλό· τίποτε ἄλλο.

Δέν εἶναι τά πράγματα τόσο ἁπλά καί αὐτό νά τό σκεφτοῦν πάρα πολλοί ἄνθρωποι καί νά ὑπάρξουν καί ἄλλες φωνές.
Πηγή: floga.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου